ΠΟΛΕΙΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

ΑΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΗ

Τρεις φορές στην Βυζαντινή περίοδο περιήλθε, αλλά για μικρό πάντοτε χρονικό διάστημα στην Βουλγαρική κατοχή. Το 813 μ..)(. από τον τσάρο Κρούμμο, το 925 μ.Χ. από τον Τσάρο Συμέων και το 1002 μ.Χ. από τον Τσάρο Σαμουήλ.
Τέλος το 1361 κυριεύθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι με τον Σουλτάνο Μουράτ τον Α, κατέκτησαν όλη την Θράκη, ως τα πρόθυρα της Κων/πολης.
Την άλωση αυτή και την λεηλασία που ακολούθησε η ι5ημώδης ελληνική Μούσσα την θρήνησε με παρακάτω σπαρακτικό μοιρολόγι, που είχε τον τίτλο, “Η κουρσεμένη Αδριανούπολις’’, ή “Ο θρήνος της Αδριανουπόλεως”, ή “Το κόρσος της Αντριανούπολης”.

Τ’ αηδόνια της Ανατολής και τα πουλιά της Δύσης,
κλαίγουν αργά, κλαίγουν ταχειά, κλαίγουν το μεσημέρι,
κλαίγουν την Αντριανόπολιν, την πολυξακουσμένη.
Οπού την εκουρσέψανε, τις τρεις γιορτές του χρόνου,
των Χριστουγέννων για κερί, και του Βαγιού για βάγια,
και της Λαμπρής την Κυριακή, για το Χριστός Ανέστη...”.

Η περίοδος της Τουρκοκρατίας ήταν φρικτή για την Αδριανούπολη, όπως άλλως τε και για όλες τις δουλωθείσες ελληνικές χώρες. Επί 92 μάλιστα χρόνια διετέλεσε και πρωτεύουσα του Οθωμανικού Κράτους, ως την Άλωση της Κων/πολης το 1453, οπότε η καθέδρα του μεταφέρθηκε στην παλιά του Βυζαντίου πρωτεύουσα.
Μόλις κατά τον 17ο αιώνα άρχισε να αναλαμβάνει ο Ελληνισμός της Αδριανούπολης και το 1920, επί συνόλου 120.000 κατοίκων οι 45.000 ήταν Έλληνες, που είχαν τα πρωτεία σ’ όλους σχεδόν τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Ήταν έδρα Μητρόπολης από το 328 μ. Χ, 10η στη σειρά του Συνταγματίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στο θρόνο της οποίας ανήλθαν 141 Μητροπολίτες, 6 στους Ανατολικορωμαϊκούς χρόνους, 76 στους χρόνους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 4 Λατίνοι στην περίοδο της Λατινοκρατίας και 39 στους χρόνους της Τουρκοκρατίας. Ο Μητροπολίτης φημιζόταν ως Υπέρτιμος και Έξαρχος παντός Αιμιμόντου.
Η Αδριανούπολη είχε 18 Εκκλησίες, 10 στο Κάστρο (Άστυ) και 8 στα προάστειά της και επιπλέον 5 εκκλησίες στα ισάριθμα νεκροταφεία της. Σε πολύ υψηλό επίπεδο ήταν η παιδεία στην Αδρ/πολη, της οποίας τα δύο περίφημα Εκπαιδευτήρια, το Γυμνάσιο Αρρένων και το Ζάππειο Παρθεναγωγείο, ήταν πραγματικοί Φόροι, που ακτινοβολούσαν σ’ ολόκληρη την Θράκη, ακόμα και έξω απ’ αυτή. Από τα Εκπαιδευτήρια εκείνα, στα οποία δίδαξαν περιώνυμοι στα χρόνια τους Εκπαιδευτικοί Λειτουργοί, πραγματικοί Εθναπόστολοι, αποφοίτησαν στα τελευταία 35-40 χρόνια της λειτουργίας τους χιλιάδες νέοι και νέες, πάμπολλοι από τους οποίους αναδείχθηκαν σε έξοχους επιστήμονες, επιχειρηματίες και ιδιαίτερα εκπαιδευτικούς και κληρικούς, που σκορπούσαν ως τις πιο μακρυνές πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά της Θράκης, φέρνοντας μαζί με τις γνώσεις τους και την πίστη γιο την μελλούμενη Ανάσταση του Γένους.
Από το Γυμνάσιο Αρρένων εκείνο αποφοίτησαν 4 Οικουμενικοί Πατριάρχες, 1 Πατριάρχης Αλεξανδρείας και 8 Μητροπολίτες όλοι τους, κληρικοί που διακρίθηκαν στην εποχή τους.
Και από το Ζάππειο Παρθεναγωγείο στο ίδιο περίπου χρονικό διάστημα αποφοίτησαν αναρίθμητες νέες, που ακολουθούσαν κατά το πλείστο το διδασκαλικό επάγγελμα, που σκορπούσαν κι αυτές όπως και οι άρρενες συνάδελφοί τους συντελούσαν στη μόρφωση των κοριτσιών των χρόνων εκείνων.
Σήμερα από όλα τα άλλοτε Ελληνικά εκείνα Εκπαιδευτήρια σώζονται μόνο το Ζάππειο Παρθεναγωγείο, που χρησιμοποιούνταν μέχρι λίγα χρόνια πριν ως έδρα της Γενικής Ασφάλειας της πόλης και τώρα ως έδρα της τροχαίας κίνησης και δυο Δημοτικά σχολεία, το άλλοτε δημοτικό σχολείο θηλέων του προαστείου Ιλδιριμίου, που χρησιμοποιείται και τώρα ως μικτό δημοτικό σχολείο και το δημοτικό σχολείο αρρένων του προαστείου Κιγικίου που χρησιμοποιείται κι αυτό ως δημοτικό σχολείο. Σ’ αυτό πέρασα τα δημοτικά μου χρόνια.
Όλα τα άλλα κατεδαφίσθηκαν από τα θεμέλιά τους, το Γυμνάσιο Αρρένων, η απέναντί του εκκλησία της Μητρόπολης με το δίπλα της μητροπολιτικό μέγαρο, το δίπλα στο Γυμνάσιο Σιναϊτικό μετόχι και όλες οι εκκλησίες της πόλης και τίποτα δεν θυμίζει την αλλοτινή ύπαρξή τους.

Τουρκικά μνημεία της πόλης
Οι Τούρκοι Σουλτάνοι έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ιδίως στους πρώτους 2-3 αιώνες της Τουρκοκρατίας στολίζοντας την πόλη με μεγαλοπρεπή ανάκτορα, τζαμιά, λουτρώνες, σκεπαστές αγορές, χάνια κλπ. Μνημονεύω μερικά από αυτά:

ΤΖΑΜΙΑ
Το Τζαμί του Σουλτάνου Σελήμ
Είναι κτισμένο σε μια δεσπόζουσα τοποθεσία της πόλης, απέναντι και αριστερά του δημαρχείου. Είναι το μεγαλοπρεπέστερο δείγμα της Μουσουλμανικής αρχιτεχνικής, όμοιο του οποίου δεν υπάρχει όχι μόνο στην παλιά οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά και σ’ ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο. Η κατασκευή του έγινε στους χρόνους του σουλτάνου Σελίμ του Β (1566- 1574) γιού του σουλτάνου Σουλεϋμάν του Μεγαλοπρεπή ή Νομοθέτη και διήρκεσε από το 1567 ως το 1574. Ο κεντρικός θόλος του είναι κατά 6 μέτρα υψηλότερος, αλλά η διάμετρός του κατά 6 μέτρα μικρότερη από τον αντίστοιχο της Αγίας Σοφίας και στηρίζεται σε 4 κίονες από λίθο πορφυρίτη. Έχει 4 μιναρέδες ισοϋψείς, ύψους 70 μέτρων και 79 εκατοστών ο καθένας, με τρεις εξώστες καθένας (σερέφ), με ιδιαίτερη εσωτερική κλίμακα. Οι μιναρέδες αυτοί χρησιμοποιήθηκαν σε πολεμικές περιόδους ως παρατηρητήρια (Ρωσσοτουρκικοί πόλεμοι 1828-29, 1877-1878,Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913, Ελληνοτουρκικός πόλεμος 1920).
Το τζαμί είναι κτισμένο σε θέση, όπου κατά μία παράδοση υπήρχε Ελληνική εκκλησία στους Βυζαντινούς χρόνους, τιμωμένη στη μνήμη της Ανάληψης. Είναι έργο του μεγάλου Αρχιτέκτονα Σινάν πασά, ο οποίος κατά μεν τους Τούρκους είναι Τούρκος, κατά τους Πέρσες, Πέρσης, αλλά κατά τη δική μας παράδοση, Έλληνας από την Καππαδοκία, που εξισλαμίσθηκε στα παιδικά του χρόνια. Για την κατασκευή του τζαμιού χρησιμοποιήθηκαν πέτρες πελεκητές και μάρμαρα εκλεκτά από τα ερείπια των Αθηνών, τον Ναό της Αρτέμιδας της Εφέσου και από την Κύπρο. Χωράει 6000 προσκυνητές.

Το Τζαμί Ιούτς Σερεφλή
Το δεύτερο σε μέγεθος τζαμί της πόλης. Κατασκευάσθηκε στους χρόνους του σουλτάνου Μουράτ του Β’, από το 1334 ως το 1344 και κατ’ άλλους από το 1337-1347, οπότε και λειτούργησε. Έχει κι αυτό 4 μιναρέδες, αλλά διαφορετικού ύψους ο καθένας, ένα σε κάθε γωνιά. Ο πιο υψηλός έχει ύψος 67 μέτρα και 62 εκατοστά και τρεις εξώστες, απ’ όπου και η ονομασία του “Ιούτς Σερεφλή”, με ωραίες εξωτερικές διαγραμμίσεις, ο δεύτερος 2 εξώστες και οι άλλοι 2 από ένα εξώστη. Ο ένας όμως από τους τελευταίους έχει εξωτερικές ελικοειδείς διαγραμμίσεις απ’ όπου και το δεύτερο όνομα του τζαμιού, “Μπουρμαλί Τζαμί”. Είναι κτισμένο παρά την κεντρική λεωφόρο της πόλης. Έχει μεγάλο Μεντρεσέ (ιερατική σχολή) και πτωχοκομείο με όλα τα εξαρτήματά του. Είναι έργο ώριμης οθωμανικής αρχιτεκτονικής, δείγμα εκπληκτικής για την εποχή του τέχνης.
Στην απέναντι πλευρά της λεωφόρου είναι κτισμένος ο περίφημος λουτρώνας του Μεγάλου Βεζύρη Μεχμέτ Σοκουλού Πασά. Στο τμήμα αυτό της Λεωφόρου γινόταν στα δύο χρόνια της ελευθερίας της πόλης οι παρελάσεις των σχολείων, σωματείων και στρατιωτικών μονάδων στις Εθνικές γιορτές της 25ης Μαρτίου και της ονομαστικής εορτής του βασιλιά.

Το Τζαμί του Σουλτάνου Βαγιαζήτ του Β’
Το τρίτο σε μέγεθος τζαμί της Αδριανούπολης. Είναι κτισμένο παρά την δεξιά όχθη του δεξιού βραχίονα του ποταμού Τούντζα, που σχηματίζει στο σημείο εκείνο ένα μικρό νησάκι απέναντι από το αλσύλιο “Τσινάρ” και δεξιά του δρόμου, που οδηγεί από το κέντρο της πόλης προς το βόρειο προάστειο “Γενή Ιμαρέτ” και κοντά στη γέφυρα “Γιαλνίζ Γκιόζ”.
Κατασκευάστηκε από τον ανωτέρω σουλτάνο από 1484-1488 και αποτελεί το κεντρικό οικοδόμημα ενός μεγάλου αρχιτεκτονικού συγκροτήματος, που περιλαμβάνει εκτός από το τζαμί, ανωτέρα ιερατική σχολή (DARULSIFA), νοσοκομείο ψυχικών νοσημάτων (ντεμισχανέ, δηλαδή φρενοκομείο), στο οποίο όπως λέγουν οι Τούρκοι εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η θεραπεία της τρέλας με υπόκρουση μουσικής, λουτρά, πτωχοκομείο με αποθήκες και μαγειρεία, στα οποία παρασκευαζόταν κάθε μέρα εύγευστο πιλάφι, με ζωμό κρέατος και διανέμονταν σ’ όλους τους φτωχούς, ανεξάρτητα από φυλή ή θρήσκευμα.
Έχει πάνω από 100 τρούλους με ένα μεγάλο στο μέσο ύψους 21 μέτρων που δεσπόζει πάνω σ’ ολόκληρο το συγκρότημα. Δυο ψηλοί κομψοί μιναρέδες στις δύο εμπρόσθιες γωνίες με ένα εξώστη ο καθένας κοντά στην κορυφή τους, συμπληρώνουν την ομορφιά του τζαμιού αυτού, που θεωρείται σαν ένα από τα μεγαλύτερα θρησκευτικά κοινωφελή ιδρύματα σ’ όλο τον Μουσουλμανικό κόσμο.

Το Εσκή Τζαμί
Το τζαμί αυτό βρίσκεται απέναντι από το Δημαρχείο, δεξιά του δρόμου, που οδηγεί προς το προάστειο Κιγίκιο, στο σημείο απ’ όπου αρχίζει σήμερα η νέα οδός Κων/πόλεως. Είναι το δεύτερο σε ηλικία τζαμί της πόλης. Η κατασκευή του άρχισε από τον γιό του σουλτάνου Βαγιαζήτ Εμίρη Σουλευμάν το 1403, συνεχίστηκε από τον σουλτάνο Μουσά Τσελεμπή και ολοκληρώθηκε από τον Σουλτάν Τσελεμπή Μεχμέτ τον Α’. Έχει 2 μιναρέδες, τον ένα με 2 εξώστες και τον άλλο με ένα.

Το τζαμί του Σουλτάνου Βαγιαζήτ Γιλντιρίμ
Ο Σουλτάνος αυτός ήταν ένας από τους αιμοχαρέστερους Σουλτάνους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κατασκεύασε το τζαμί αυτό σε ανάμνηση του κατορθώματός του, της εισόδου του το 1361, όταν ήταν ακόμα διάδοχος από το σημείο εκείνο στην Αδριανούπολη. Κτίστηκε το 1397-1399 και συνεπώς είναι το παλαιότερο τζαμί της πόλης, στη διχάλωση του δρόμου που οδηγεί δεξιά μεν προς το ελληνικότατο άλλοτε προάστειο Ιλδιρίμιο και αριστερά προς τη Βουλγαρία.
Το τζαμί αυτό ονομάζεται και “Κουμπελή τζαμί”, ονομασία που προήλθε από την κόρη του Σουλτάνου αυτού, η οποία ύστερα από την ήττα του το 1402 στη μεγάλη μάχη της Άγκυρας και την αιχμαλωσία του από τον φοβερό Μογγόλο Κατακτητή Ταμερλάνο, ολοκλήρωσε την κατασκευή του και του έδωσε το όνομά της.
Κατά μια δική μας παράδοση, στη θέση του τζαμιού αυτού βρισκόταν κατά τους Βυζαντινούς χρόνους ο περίφημος “Ναός εν Κήποις”.

Σκεπαστές αγορές
Τρεις σκεπαστές αγορές είχε η Αδριανούπολη. Του Αλή Πασά, του Αραστά και το Μπεζεστένι. Από αυτές σπουδαιότερη ήταν η πρώτη, που βρισκόταν στο κέντρο της πόλης και αριστερά της κεντρικής αρτηρίας, όπως ερχόταν από το προάστειο Καραγάτς. Εκτεινόταν από την ιχθυαγορά (το γνωστό Μπαλίκ-Παζάρ) ως τον πύργο “Τσιμισκή”, όπως λέγανε τότε τον μοναδικό σωζόμενο από τα παλιό βυζαντινά τείχη πύργο. Κτίστηκε από τον Βεζύρη του Σουλτάνου Σουλεϋμάν του Μεγαλοπρεπούς, Σεμίζ Αλή Πασά και είναι έργο του ίδιου μεγάλου αρχιτέκτονα Σινάν Πασά. Έχει 215 καταστήματα, υφασματεμπορικά, νεωτερισμών, κοσμηματοπωλεία, χρυσοχοεία, τα οποία στα τελευταία χρόνια της εκεί ζωής του Ελληνισμού, ήταν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό στα χέρια των Ελλήνων. Είχε 6 πύλες, ανά μία στα δύο άκρα, δύο στο μέσο τις γνωστές ‘’Ορτά Καπού” και δύο μεταξύ αυτών και της εξόδου προς την αγορά του Μπαλούκ-Παζάρ.

Χάνια
Υπήρχαν πολλά χάνια, από τα οποία το μεγαλύτερο ήταν το χάνι του Βεζύρη “Ρουστέμ Πασά”, το πιο ονομαστό απ’ όλα, ένα τεράστιο τετράγωνο διόροφο οικοδόμημα με θολωτά δωμάτια γύρω στην αυλή, στο δρόμο των “Τσιλιγκιρτζήδων” (σιδηρουργών — κλειθροποιών και σιδηρικών), έργο του ίδιου μεγάλου αρχιτέκτονα.

Γέφυρες
Η Αδριανούπολη θα μπορούσε να ονομαστεί και “πόλη των γεφυριών”. Είχε 8 λίθινα γεφύρια, ένα στον ποταμό - Έβρο και επτά στον ποταμό Τούντζα, ο οποίος περιέβαλε την πόλη από Βορρά, Δύση και Νότο.
Από τα γεφύρια αυτά το πιο ονομαστό και ωραιότερο ήταν το γεφύρι του ποταμού Έβρου, από το οποίο περνούσε ο δρόμος, που ενώνει την Αδριανούπολη με το ωραιότατο και ελληνικότατο άλλοτε προάστειο Καραγάτς, στο οποίο κατά τα δύο χρόνια της ελευθερίας της πόλης, δώσαμε το αρχαίο όνομα “Ορεστιάς” και ένας από τους δύο δρόμους, που ενώνουν την Ελλάδα και την Τουρκία.
Έχει 234 μέτρα μήκος και 8,20 μέτρα πλάτος και 12 μεγάλα τόξα. Το κατάστρωμά του είναι κυρτό προς τα πάνω κατά το κέντρο, όπως άλλωστε όλων των γεφυριών της πόλης, εκτός από ένα, του γεφυριού “Μιχαήλ-Κιοπρού”. Η κατασκευή του άρχισε το 1839 και τέλειωσε τον επόμενο χρόνο, συνδέεται δε με ένα τραγικό για τον Ελληνισμό της πόλης γεγονός. Το γεφύρι ως τη χρονιά εκείνη ήταν ξύλινο και λεγόταν Εσκή Κιοπρού” (παλιό γεφύρι), σε αντιδιαστολή προς το γειτονικό γεφύρι του ποταμού Τούντζα, που ήταν λίθινο και λεγόταν “Γενή Κιοπρού” (καινούργιο γεφύρι).
Η κατάρρευση του παλιού αυτού γεφυριού έγινε στις 9 Μαρτίου 1839, ημέρα της γιορτής των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. Την ημέρα αυτή οι Έλληνες κάτοικοι της Αδριανούπολης τη γιορτάζανε, όπως περίπου σήμερα γιορτάζεται στην ελεύθερη Ελλάδα η Καθαρά Δευτέρα. Από το πρωί ξεχυνόταν προς τα παραποτάμια και ιδιαίτερα προς τα παρέμβρια εξοχικά κέντρα, τα γνωστά στην εποχή μας “Σαλάτσια”, πεζοί, άλλοι με υποζύγια και άλλοι με κάθε λογής μεταφορικά μέσα, νταλίκες (τετράτροχα κάρρα σκεπασμένα με καμποτένιες σκεπές σε ξύλινους σκελετούς, στολισμένες με χρωματιστά κρόσια και μικρά κουδουνάκια, τις γνωστές τότε “κουρκούες”), λαντώνια και παϊτόνια και γλεντούσαν όλη την ημέρα με νηστήσιμα κυρίως εδέσματα και άφθονη κατανάλωση ούζου και κρασιού και λίγο πριν να σκοτεινιάσει αρχίζανε να επιστρέφουν στα σπίτια τους στην πόλη.
Σύμφωνα με την διασωθείσα παράδοση, το πρωινό εκείνο της 9ης Μαρτίου του 1839 πολλοί Έλληνες κάτοικοι της πόλης εξέδραμαν στα εξοχικά κέντρα της δεξιάς όχθης του Έβρου, όπου γλέντησαν ως τις απογευματινές ώρες. Όταν άρχισαν όμως να επιστρέψουν στην πόλη, δημιουργήθηκε συνωστισμός ανθρώπων, υποζυγίων και διαφόρων μεταφορικών μέσων πάνω στο γεφύρι, το οποίο, υπό το βάρος του όγκου εκείνου κατέρρευσε, παρασύροντας στον πνιγμό πάνω από 150 ανθρώπους και πολλά ζώα.

ΒΙΖΥΗ

Πανάρχαιη θρακική πόλη η Βιζύη, η οποία όπως λέγει ο αρχαίος γεωγράφος Στράβων, ήταν πρωτεύουσα του κράτους των Αστών που εκτεινόταν Βορειοδυτικά του Βυζαντίου. Αργότερα, όταν το κράτος αυτό καταλύθηκε από τον βασιλέα των Οδρυσών Σιτάλκη, έγινε πρωτεύουσα του κράτους αυτού, από τον α’ μ. Χ. αιώνα, ως τον τελευταίο Βασιληά του, Ρυμιτάλκη τον Β’, που βασίλευσε από το 37-46 μ.Χ..
Κατά τον Πλίνιο, ήταν η ακρόπολη των βασιλέων της Θράκης από τους χρόνους του μυθικού βασιληά Νηρέα.
Ο Ιεροκλής κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα, την ονομάζει ως “το της Βιζύης πολίχνιον” και την θεωρεί σαν μια από τις 14 πόλεις της Θράκης, ο δε Ζωναράς κατά τον 12ο αιώνα την αναφέρει με την ονομασία, κάστρο της Βιζύης”. Στις Πράξεις των Οικουμενικών Συνόδων Εφέσου 431 μ.Χ. και Χαλκηδόνος 451 μ.Χ., αναφέρεται με το όνομα: “Βίζη”. Παρ’ όλα αυτά, διέσωσε μέσα στο πέρασμα των αιώνων το αρχαίο όνομά της “Βιζύη”.
Κτισμένη σ’ ένα υψηλό λόφο, στις νότιες υπώρειες του όρους Στράντζα, ήταν το προπύργιο της Κων/πολης κατά των από Βορρά επιδρομέων και γι’ αυτό το λόγο από τα αρχαιότατα ακόμα χρόνια οχυρώθηκε με ισχυρότατα τείχη και πολυάριθμους πύργους. Και όλα τα έθνη, τα οποία κατά καιρούς κυριάρχησαν στη Θράκη, Έλληνες, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί και τέλος και Τούρκοι, μεριμνούσαν συνεχώς για τα τείχη αυτά, άλλοτε επισκευάζοντας κι άλλοτε ανοικοδομώντας τα και πάνω σ’ αυτά προσέκρουαν πολλές φορές κύματα βαρβάρων επιδρομέων, Γετικών και Σκυθικών Φυλών.
Το 1204 η Βιζύη περιήλθε στην λατινική αυτοκρατορία της Κων/πολης, αλλά το 1247 ο Αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Δούκας Βατάτζης ο Α’ την ανακατέλαβε μαζί με την Τυρολόη και απέκοψε τελείως την επικοινωνία από ξηράς της Κων/πολης με το εσωτερικό της Θράκης. Κοντά στην Βιζύη το 1256 ο Αυτοκράτορας της Νίκαιας Θεόδωρος Λάσκαρης ο Β’, κατετρόπωσε τις ισχυρές δυνάμεις των Βουλγάρων και Κουμάνων.
Η Βιζύη γρήγορα αναδείχτηκε σε έδρα Αρχιεπισκοπής και αναφέρεται σαν πρώτη στον από τον Αυτοκράτορα Λέοντα τον ΣΤ’, τον Σοφό (886-912) καταρτισθέντα πίνακα των Αρχιεπισκοπών του Οικουμενικού Θρόνου. Αργότερα προήχθη σε Μητρόπολη και διατηρήθηκε έτσι ως τον εκπατρισμό του 1922, με τελευταίο Μητροπολίτη τον Άνθιμο, ο οποίος εποίμανε την Μητρόπολη από το 1908 ως το 1922, και επέδειξε κατά την περίοδο του Θρακικού Αντιβουλγαρικού Αγώνα εξαίρετη εθνική δράση. Συνολικά στον Αρχιεπισκοπικό και στη συνέχεια Μητροπολιτικό της θρόνο ανήλθαν 83 Αρχιερείς, από τους οποίους 56 στην περίοδο της τουρκοκρατίας, όπως αναφέρεται στους Επισκοπικούς καταλόγους της Θράκης, του Μητροπολίτου Σάρδεων Γερμανού.
Χάρις στην οχύρωσή της η Βιζύη διατήρησε την ελευθερία της πολύ περισσότερο χρόνο από όλες σχεδόν τις άλλες πόλεις της Θράκης. Και οι Τούρκοι μόλις τον Μάρτη του 1453, δηλαδή λίγες μέρες πριν αρχίσουν την πολιορκία της Κων/πολης κατόρθωσαν να την καταλάβουν. Και η κατάληψη εκείνη ήταν πραγματική συμφορά γι’ αυτήν, γιατί οι Τούρκοι κατά τη συνήθεια που είχαν να καταστρέφουν κάθε πόλη, που καταλάμβαναν βίαια, την ανέσκαψαν κυριολεκτικά από τα θεμέλιά της, εκτός από τις δύο ωραιότατες Βυζαντινές Εκκλησίες, της Αγίας Σοφίας και του Αγίου Νικολάου, που τις μετέτρεψαν σε τζαμιά. Και σήμερα μονάχα λίγα ερείπια πια των τειχών και των πελώριων πύργων της θυμίζουν την ένδοξη Βυζαντινή περίοδό της.
Η σημερινή Βιζύη είναι κτισμένη κατά μεγάλο μέρος της επάνω στα ερείπια της αρχαίας πόλης, σε μια γραφικότατη τοποθεσία, που δεσπόζει σε μια ευφορώτατη και εκτεταμένη πεδιάδα, την οποία διαρρέουν γραφικοί ποταμίσκοι, παραπόταμοι του ποταμού Εργίνη, που πηγάζουν από τις αντηρίδες του όρους Στράντζα.
Έδρα Υποδιοίκησης, είχε κατά το 1920-1922 περιφέρεια 30 χωριών με πληθυσμό 11.500 κατοίκων, η δε ίδια πόλη περί τους 3.400, όλους σχεδόν Έλληνες, εκτός από λίγους Τούρκους και Αρμένιους.
Συντηρούσε δύο δημοτικά σχολεία, ένα αρρένων και ένα θηλέων με 300 περίπου μαθητές και μαθήτριες. Κύριες βιοποριστικές ασχολίες ήταν η γεωργία, η αμπελουργία και η κτηνοτροφία.
Η Βιζύη είναι η πατρίδα του μεγάλου Θρακιώτη ποιητή και διηγηματρογράφου Γεωργίου Βιζυηνού.
Σαν πανάρχαιη πολιτεία η Βιζύη, άφησε για τις μεταγενέστερες γενεές πολλές και σημαντικές αρχαιότητες με πολλά ευρήματα, αναγόμενα στην εποχή του α’ μ.Χ. αιώνα, τότε που ήταν ακόμα πρωτεύουσα του κράτους των Οδρυσσών, τα οποία κοσμούν τώρα τουρκικά μουσεία.
Σώζονται επίσης και αρχαία νομίσματα της Βιζύης, της ρωμαϊκής περιόδου, από του Αδριανού ως του Φιλίππου του Ε’, δηλαδή από τις αρχές ακόμα του β’ π.Χ. αιώνα ως τα μέσα του γ’ μ.Χ. τοιούτου, που παρίσταναν την Ήρα καθισμένη και στα γόνατά της τον Ασκληπιό, την Υγεία, τον Απόλλωνα κ.ά.. Μια συλλογή αρχαίων αγαλμάτων, που διασώθηκε κατά τον εκπατρισμό και μεταφέρθηκε στην Θεσ/νίκη, βρίσκεται στο αρχαιολογικό μουσείο της. Ένα από τα αγάλματα είναι και η “Κόρη της Βιζύης”, ακρωτηριασμένη όμως πάρα πολύ.

ΑΡΚΑΔΙΟΥΠΟΛΗ (Λουλέ-Μπουργάζ)

Πανάρχαιη πολιτεία και η Αρκαδιούπολη, γνωστή στους αρχαίους χρόνους με το θρακικό όνομα “Βεργούλη”, “Βεργούλα”, ή “Βεργούλιον”. Η ιστορία της στους αρχαίους χρόνους είναι άγνωστη. Πάντως κατά τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, υπήρχε στη θέση αυτή στρατιωτικός σταθμός με την ονομασία “Βεργούλη”. Ο αρχαίος γεωγράφος Αντωνίνος, λέγει, ότι απείχε από την Βουρτοδιζό το σημερινό Μπαμπά Εσκή, 17 μίλλια.
Το 378 μ.Χ. οι εισβάλοντες υπό τον Φρίντιγκερ Γότθοι στη Θράκη, αφού κατενίκησαν τους υπό του αυτοκράτορος Ουάλη Ανατολικορωμαίους στην πολύνεκρη γι’ αυτούς μάχη της Αδριανούπολης στις 9 Αυγούστου του έτους εκείνου, κατέστρεψαν ανάμεσα στις άλλες πόλεις της Θράκης και την Βεργούλη. Ο διαδεχθείς όμως τον Ουάλην νέος Αυτοκράτορας Θεοδόσιος, που αποκαλέστηκε κατόπιν από την Ιστορία “Μέγας’’, αφού ύστερα από 7ετείς σκληρούς αγώνες κατέβαλε τους φοβερούς εκείνους πολέμιους του κράτους, ανάκτησε μαζί με άλλες πόλεις και την Βεργούλη και της έδωσε το όνομα του υιού του Αρκαδίου, όπως γράφει ο Ιωάννης Κεδρηνός. ‘’Έκτισε δε ο Θεοδόσιος και ετέραν πόλιν επ’ ονόματι του υιού αυτού Αρκαδίου, το πριν Βεργούλιον καλούμενον...”.
Το 395 μ.Χ. όμως οπότε πέθανε ο μεγαλοπράγμονας εκείνος αυτοκράτορας, οι εγκατεστημένοι στα εδάφη της Αυτοκρατορίας Βησιγότθοι, επαναστάτησαν υπό τον αρχηγό, τους Αλάριχο και πέρασαν στη φωτιά και στο σίδηρο όλη την Θράκη. Και ανάμεσα στις πόλεις που κατέστρεψαν ολοσχερώς οι Βάρβαροι εκείνοι, ήταν και η Βεργούλη, που εξέλειπε από τον χάρτη, αφήνοντας για ανάμνησή της μόνο το ιστορικό της όνομα.
Όπως είναι γνωστό, ο θάνατος του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μεγάλου, το 395 μ.Χ. σημείωσε και το τέλος του Ανατολικορωμαϊκού κράτους και την έναρξη της Βυζαντινής περιόδου του, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας της Κων/πολης. Και μαζί του έκλεισε και η πρώτη περίοδος της ζωής της Βεργούλης, για να αρχίσει σε λίγο η περίοδος της Βυζαντινής Αρκαδιουπόλεως.
Ο γιος και διάδοχος του Θεοδοσίου του Μεγάλου Αρκάδιος, ανοικοδόμησε το 403 μ.Χ. την Βεργούλη, την οχύρωσε με ισχυρά τείχη και την ονόμασε ‘’Αρκαδιούπολη”, όπως αναφέρουν οι Βυζαντινοί ιστορικοί και χρονογράφοι, Λέων ο Γραμματικός, Εφραίμ και Νικήτας Χωνιάτης “... Ο Αρκάδιος έκτισε την Αρκαδιούπολιν, η οποία Βεργούλη, ή Βεργούλιον το πάλαι εκαλείτο...” αμφισβητώντας έτσι την από τον Θεοδόσιο ανοικοδόμησή της.
Και με την ονομασία της αυτή η Αρκαδιούπολη, που διατηρήθηκε πάνω από 1000 χρόνια, βγήκε από την αφάνεια, απέβαλε τον αρχαίο Θρακικό χαρακτήρα της Βεργούλης και την ειδωλολατρεία και αφού αναγεννήθηκε με τον Ελληνισμό και Χριστιανισμό πήρε θέση στην ιστορία σαν σπουδαία και δραστήρια πολιτεία.
Επειδή βρισκόταν σε μια τόσο επίκεντρη και σπουδαία θέση, πάνω στον άξονα εισβολής των από Βορρά επερχόμενων βαρβάρων λαών, υπέστη όπως ήταν φυσικό στη χιλιόχρονη ζωή της, πάρα πολλές και μεγάλες πολεμικές περιπέτειες, των οποίων η εξιστόρηση θα απαιτούσε κεφάλαια ολόκληρα και από τις οποίες αναφέρω ενδεικτικά μερικές, όπως το 443 μ.Χ. από τους Ούννους του διαβόητου Αττίλα το 559 μ.Χ. από τους Κουτρίγκουρους Ούννους του Ζαβεργάν, το 582-602 μ.Χ. τρεις φορές από τους Σκλαβηνούς και Ούννους, το 813 από τους Βουλγάρους του Κρούμμου.
Στα 970 μ.Χ. ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής, συνέτριψε κοντά στην Αρκαδιούπολη την από Ρώσσους, Ούγγρους, Πατζινάκες και Βουλγάρους στρατιά του Ρώσσου Σβιατοσλαύου και το 1070 μ.Χ. ο Αυτοκράτορας Νικηφόρος Βοτανειάτης κατετρόπωσε μπροστά σ’ αυτή, την στρατιά των Σκυθών και Κουμάνων και την έσωσε από την καταστροφή.
Στην περίοδο της Λατινοκρατίας η Αρκαδιούπολη υπέστη και πάλι αλλεπάλληλες καταστροφές, η χειρότερη από τις οποίες έγινε το 1222 από τους Βουλγάρους του Ιωαννίτση, του γνωστού στην Ιστορία μας για την θηριωδία του “Σκυλλογιάννη”.

Η Αρκαδιούπολη [ως] τουρκικό “Λουλέ—Μπουργάζ”
Το 1361 η Αρκαδιούπολη περιήλθε στους Τούρκους μαζί με όλη σχεδόν την Θράκη. Η κατάληψη της πόλης έγινε από τον στρατηγό του σουλτάνου Μουράτ του Α’ Ορνόζ Μπέη, που την μετονόμασε σε “Μπουργάζ”, ίσως για τους υπάρχοντες ακόμη τότε πύργους των παλιών τειχών της. Αργότερα, προς διάκριση από τον νοτίως της Αδριανούπολης Επί του Έβρου πύργο του “Χατζή Ιλμπεκή Μπουργάζ” ή “Κούλελι Μπουργάζ” (σημ. Πύθιο), αλλά και γιατί σ’ αυτή διακλαδώνονταν η οδική αρτηρία από την Κων/πολη προς την Αδρ/πολη-Βελιγράδιο και προς Πολωνία, μετονομάσθηκε σε “Τσατάλ-Μπουργάζ” (Διχαλωτός Πύργος) και ακόμα αργότερα, όταν σ’ αυτή αναπτύχθηκε η βιοτεχνία των λουλάδων, που ήταν περίφημοι, πήρε την ονομασία “Λουλέ-Μπουργάζ”, που τη διατηρεί μέχρι σήμερα.
Σ’ όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ευρισκόμενη μακριά από τα σύνορα, έζησε στην αφάνεια μιας εύπορης αγροτικής πόλης και μόνο το 1877 υπέστη Ρωσσική κατοχή κατά τον Ρωσσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878.
Με την έναρξη του Α’ Βαλκανικού πολέμου, στις αρχές Οκτωβρίου του 1912, έγινε μπροστά στην πόλη αυτή 7ήμερη φονικότατη μάχη Βουλγάρων και Τούρκων, στην οποία οι τελευταίοι ηττήθηκαν, με απώλειες περί τις 25.000 άνδρες, 3.000 αιχμαλώτους και 40 πυροβόλα και υποχώρησαν προς τη γραμμή της Τσατάλτζας. Αλλά και οι Βούλγαροι, εξαντληθέντες από τις μεγάλες απώλειές τους, που έφθασαν τις 15.000 εκτός μάχης, δεν μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν τη νίκη τους, με συνέπεια να σταματήσουν οριστικά μπροστά στη γραμμή εκείνη και τα όνειρά τους να μπουν στην Κων/πολη, να μείνουν απραγματοποίητα.
Κατά τα τελευταία πριν από τον χαλασμό του 1922 χρόνια, το Λουλέ-Μπουργάζ, ήταν μια από τις ευπορότερες πόλεις της Ανατ. Θράκης, χάρη στις ευφορότατες πεδινές εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης με ποικίλλες καλλιέργειας, που την περιέβαλαν. Ο πληθυσμός της έφθανε τις 6.500-7.000 άτομα, από τα οποία 2.500-3.000 Έλληνες, 2.000 Τούρκοι, 300 περίπου Εβραίοι και αρκετοί Αθίγγανοι.
Ήταν έδρα Αρχιεπισκοπής κατά τους Βυζαντινούς χρόνους και πολλοί επίσκοποί της προήδρευσαν, ή έλαβαν μέρος σε Οικουμενικές ή τοπικές Συνόδους. Συντηρούσε 6τάξιο μικτό δημοτικό σχολείο, με ωραίο μεγαλοπρεπές σχολικό κτήριο, το οποίο οι Τούρκοι επυρπόλησαν κατά την πρώτη μέρα της ανακατάληψής της. Ο μοναδικός ναός της πόλης τιμούνταν στη μνήμη του Αγίου Δημητρίου.

Το Λουλέ-Μπουργάζ και πάλι ελληνική Αρκαδιούπολη
Κατά την απελευθερωτική εκστρατεία της Ανατ. Θράκης του Ιουλίου του 1920, το υπό τον Αντ/ρχη Βασίλειο Αναγνώστου Μικτό Απόσπασμα του 27ου Συν/τος Πεζικού, που αποβιβάσθηκε το πρωί της 7ης Ιουλίου 1920 στην Ηράκλεια και είχε καταλάβει το απόγευμα της ίδιας μέρας την Τυρολόη, έφτασε στις 10 Ιουλίου στα πρόθυρα του Λουλέ-Μπουργάζ και αφού συνέτριψε μπροστά στο χωριό Σουλτάν-Τσιφλίκ υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις μπήκε γύρω στις 10 το πρωί θριαμβευτικά στην πόλη, μέσα σ’ ένα παραλήρημα ενθουσιασμού και εθνικής ανάτασης του Ελληνικού πληθυσμού της, που έπαιρνε σε λίγο το αρχαίο Βυζαντινό όνομά της ‘’Αρκαδιούπολις”.

Η Αρκαδιούπολη και πάλι Τουρκικό “Λουλέ-Μπουργάζ”
Δυστυχώς πολύ λίγο κράτησε το όνομα ‘’Αρκαδιούπολη” των βυζαντινών χρόνων. Ήλθε αναπάντεχα ο χαλασμός του 1922, που παρέσυρε στο χαμό και ολόκληρη τη Ανατ. Θράκη και φυσικά μαζί μ’ αυτήν και την Αρκαδιούπολη, που ξαναπήρε το τουρκικό όνομά της “Λουλέ-Μπουργάζ”. Έτσι, ήταν της μοίρας τα γραμμένα.

ΤΥΡΟΛΟΗ

Η Τυρολόη βρίσκεται πάνω στην κύρια οδική αρτηρία, που συνδέει την Αδριανούπολη με την Κων/πολη, περί τα 65 χλμ. της Αρκαδιούπολης, 100 χλμ. δυτικά της Κων/πολης και 32 χλμ. ΒΑ της Ραιδεστού. Στους αρχαίους χρόνους ονομαζόταν “Συράλον” και στους Βυζαντινούς “Τζουρουλός” και “Τουρουλός”. Ο Μελέτιος στη Γεωγραφία του την ονομάζει “Τερλόην” και “Τζουρουλούπολιν”. Τέλος ο Κήπερ την μνημονεύει με τις ονομασίες SYRALLUM, TZIRALLIUM και TZURULLUM.
Στους Βυζαντινούς χρόνους ήταν έδρα σώματος ιππικού και ισχυρό φρούριο, το οποίο εδέσποζε πάνω στην οδική αρτηρία, που οδηγούσε προς την Κων/πολη. Επειδή βρισκόταν, όπως και η Αρκαδιούπολη, σε τόσο επίκεντρη θέση, ήταν φυσικό να υποστεί, όπως και υπέστη πάρα πολλές πολεμικές περιπέτειες, που τις μαρτυρούσαν τα τότε ισχυρότατα τείχη της, από τα οποία ερείπια μονάχα σωζόταν ως τον εκπατρισμό του 1922, όπως το 443 μ.Χ. από τους Ούννους του Αττίλα, το 813 από τους Βουλγάρους του Κρούμμου, το 1222 από τους Βουλγάρους του Ιωννίτση και τους Βλάχους και Κουμάνους.
Το 1204 μ.Χ. με την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Σταυροφόρους της Δ’ Σταυροφορίας, περιήλθε στη λατινική αυτοκρατορία της Κων/πολης, αλλά το 1235 ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Δούκας Βατάτζης, που είχε περάσει το 1230 τον Ελλήσποντο και είχε αρχίσει την ανάκτηση των πατρογονικών εδαφών της αρχαίας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ανακατέλαβε την πόλη, πρόσκαιρα όμως, γιατί τον επόμενο χρόνο αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει. Την άνοιξη, όμως του 1240 την ανακατέλαβε οριστικά, για να γίνει και πάλι ο προμαχώνας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που ανασυνέστησε το 1261 ο Μιχαήλ Παλαιολόγος.
Το 1359 καταλήφθηκε ύστερα από πολιορκία από τους Τούρκους, οι οποίοι κατέσφαξαν την φρουρά της, κατεδάφησαν τα τείχη της και της άλλαξαν και το όνομά της, μετονομάζοντάς την σε “Τσορλού”, κατά την παραλλαγή της Βυζαντινής ονομασίας της.
Η Τυρολόη διατήρησε την στρατιωτική σημασία της και κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας, ιδιαίτερα από την έναρξη της περιόδου παρακμής της οθωμανικής αυτοκρατορίας, οπότε τα ευρωπαϊκά σύνορά της άρχισαν να μετατοπίζονται προς τα πίσω. Κατά τον ρωσσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878, καταλήφθηκε από τα ρωσσικά στρατεύματα και παρέμεινε υπό την κατοχή τους ως την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας. Κατά τον Α’ Βαλκανικό πόλεμο του 1912-1913 καταλήφθηκε από τα Βουλγαρικά στρατεύματα, υπό την κατοχή των οποίων παρέμεινε μέχρι τις αρχές του Ιουλίου 1913, οπότε ανακαταλήφθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι επωφελούμενοι από τις νίκες των Ελληνικών και Σερβικών στρατευμάτων κατά τον Β’ Βαλκανικό πόλεμο, που ανάγκασαν τους Βουλγάρους να αποσύρουν όλες σχεδόν τις δυνάμεις τους από την Ανατ. Θράκη, την ανακατέλαβαν αμαχητί ολόκληρη.
Κατά την απελευθερωτική εκστρατεία της Ανατ. Θράκης, τον Ιούλιο του 1920, η Τυρολόη καταλήφθηκε το απόγευμα της 7ης Ιουλίου από το Μικτό Απόσπασμα του υπό τον τότε Αντ/ρχη Αναγνώστου Βασίλειο 27ου Συντ/τος Πεζικού, για να εγκαταλειφθεί στις αρχές του Οκτωβρίου του 1922 με την εγκατάλειψη ολόκληρης της Ανατ. Θράκης.
Από τις αρχές ακόμα του 9ου μ.Χ. αιώνα ήταν έδρα Επισκοπής, προαχθείσα σε Αρχιεπισκοπή ύστερα από το θάνατο του Ανδρόνικου Παλαιολόγου το 1313 μ.Χ. Από το 2ο ήμισυ του 16ου μ.Χ. αιώνα, συνενώθηκε με την Επισκοπή Σερεντίου, αποτελώντας Μητρόπολη Τυρολόης και Σερεντίου, που διατηρήθηκε μέχρι το 1922, με τελευταίο Μητροπολίτη τον αείμνηστο Χρυσόστομο.
Η Τυρολόη είχε δύο Εκκλησίες, της Κοίμησης της Θεοτόκου στην κεντρική πλατεία της πόλης, που ήταν και Μητροπολιτικός Ναός της και την του Αγίου Γεωργίου.
Η Μητρόπολη Τυρολόης και Σερεντίου είναι η μόνη από τις πάλαι ποτέ διαλάμψασες Μητροπόλεις της Ανατ. Θράκης, που έχει σήμερα Τιτουλάριο Μητροπολίτη στην ελεύθερη Ελλάδα, τον καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης και πρ. Πρύτανη αυτού, Σεβασμιώτατο Παντελεήμονα Ρηγόπουλο. Και ακόμα η Τυρολόη είναι μια από τις ελάχιστες πόλεις της Ανατολικής Θράκης, ένα μέρος των κατοίκων της οποίας, αφού ίδρυσαν μια ομώνυμη καινούργια κωμόπολη στην περιοχή των Σερρών, την “Νέα Τυρολόη”, διαιωνίζουν το όνομα της παλιάς πατρίδας.
Προηγμένη ήταν η εκπαίδευση στην Τυρολόη. Μια πλήρης Αστική Σχολή και ένα 6τάξιο Παρθεναγωγείο, αποτελούσαν τον εκπαιδευτικό εξοπλισμό της και πολλοί από τους αποφοίτους της στα φημισμένα Εκπαιδευτήρια της Κων/πολης και στη συνέχεια στα Πανεπιστήμια Κων/πολης, Αθηνών και Ευρώπης, για να αναδειχθούν κατόπιν εξαίρετοι επιστήμονες και να υπηρετήσουν κατόπιν την πατρίδα τους.
Στην απογραφή του 1922 η Τυρολόη είχε περί τους 13.000 κατοίκους, από τους οποίους 6.000 περίπου ήταν Έλληνες, εγκατεστημένοι στο κέντρο της πόλης και είχαν όλες σχεδόν τις οικονομικές δραστηριότητες στα χέρια τους. Στα τελευταία πριν από τον εκπατρισμό χρόνια βρισκόταν σε πρωτοφανή οικονομική άνθιση. Πολλά από τα πλούσια Ελληνικά σπίτια με την ιδιόρρυθμη αρχιτεκτονική τους, ήταν πράγματι κομψοτεχνήματα.
Περιβαλλόμενη από ατέρμονες πεδινές ευφορώτατες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης, στις οποίες καλλιεργούνταν πάνω από 300.000 στρέμματα σιτηρών και απέραντους αμπελώνες, που έβγαζαν ωραιότατα σταφύλια και από •αυτά υπέροχα κρασιά, περίφημα μποστάνια με τα φημισμένα καρπούζια και πεπόνια τους, καθώς και εκτεταμένες φυτείες ηλιολούλουδων, από τα οποία παραγόταν μεγάλες ποσότητες εξαίρετου ηλιόλαδου και τόσα και τόσα άλλα. Σωστός Καναδάς ήταν η Τυρολόη με την περιοχή της, στην οποία ο Βάκχος και η Δήμητρα είχαν στήσει τον χορό τους και τα κληματόφυλλα με τα στάχυα θα ‘λεγε κανείς ερωτοτροπούσαν, όπως και σε όλη σχεδόν την Ανατ. Θράκη.

ΣΗΛΥΒΡΙΑ

Η Σηλύβρια είναι αρχαιότατη πόλη, η αρχαιότερη από όλες της αρχαίας Ελλάδας, που ιδρύθηκε όπως αναφέρει ο Χίος Γεωγράφος Σκίμνος από Μεγαρείς αποίκους το 675 π.Χ.. Η ονομασία της δείχνει πόλη του Σήλυος, γιατί η κατάληξη -βρία, που είναι θρακική, σημαίνει πόλη.
Το 410 π.Χ. καταλήφθηκε από τους Αθηναίους, και εντάχθηκε στην Αθηναϊκή Συμπολιτεία με ετήσιο φόρο 5 τάλαντα, το δε 342 π.Χ. περιήλθε στην κατοχή του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου του Β’. Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Περιήλθε στον βασιλιά της Θράκης Λυσίμαχο και αργότερα στους Ρωμαίους.
Στους χρόνους του Αυτοκράτορα Αρκαδίου (395-408 μ.Χ. μετονομάσθηκε από αυτόν σε Ευδοξιούπολη” προς τιμήν της συζύγου του Ευδοξίας και με το όνομα αυτό μνημονεύεται στα Πρακτικά της Οικουμενικής Συνόδου που έγινε στη Χαλκηδόνα. Στον Συνέκδημο του Ιεροκλέως αναφέρεται σαν μια από τις 14 πόλεις της επαρχίας της Θράκης.
Ήταν οχυρότατο φρούριο και λεγόταν στους βυζαντινούς χρόνους “Φρούριο των Σάκκων’’ και μαζί με την Βιζύη, επίσης οχυρωμένη, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, αντιστάθηκαν σε πολλές επιδρομές βαρβαρικών φυλών, όπως των Γετών και Σκυθών και σε επανειλημμένες πολιορκίες των Τούρκων, οι οποίοι μετά τον Μάρτιο του 1453 κατόρθωσαν να την καταλάβουν με τον Καρατζά Πασάν, όταν πλέον το βυζαντινό κράτος ψυχορραγούσε.
Το 1271 ο Αυτοκράτορος του Βυζαντίου Μιχαήλ Παλαιολόγος, μετέφερε στη Σηλύβρια τα οστά του Αυτοκράτορα Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου και τα έθαψε στην Μονή του Σωτήρος, όπου ήταν και ο τάφος του.
Στα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η Σηλύβρια δινόταν σαν Δεσποτεία σε μέλη της Αυτοκρατορικής Οικογένειας, όπως στον Ιωάννη Παλαιολόγο το 1357, στον Ανδρόνικο Παλαιολόγο το 1390, στον Θεόδωρο Παλαιολόγο το 1443 και στον Δημ. Παλαιολόγο το 1448.
Στη Σηλύβρια ο Ιωάννης Κατακουζηνός έκανε τους γάμους της κόρης του με τον Τούρκο Σουλτάνο Ορχάν και έκτισε σ’ αυτήν ανάκτορα.
Από τους χρόνους ακόμα της μετονομασίας της σε Ευδοξιούπολη η Σηλύβρια αναδείχτηκε σε Επισκοπή υπό τον Μητροπολίτη Ηράκλειας και από τον 6ο μ.Χ. αιώνα, έγινε αυτοκέφαλη Αρχιεπισκοπή υπό το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Πολύ αργότερα, στους χρόνους του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού αναδείχτηκε σε Μητρόπολη, του μητροπολίτη φημιζόμενου, ως ‘’Υπερτίμου και Εξάρχου Θράκης”. Η Μητρόπολη διατηρήθηκε ως το 1922 και στον επισκοπικό, αρχιεπισκοπικό και μητροπολιτικό της θρόνο, ανήλθαν 88 Αρχιερείς, σύμφωνα με τους Αρχιερατικούς Καταλόγους του Μιλτιάδη Σταμούλη, Σηλυβρινού στην καταγωγή.
Στη Σηλύβρια μαρτύρησε στους Ρωμαϊκούς χρόνους επί Αυτοκράτορος Μαξιμιλιανού (284-305 μ.Χ.) ο Άγιος Αγαθόνικος μαζί με άλλους χριστιανούς από την Νικομήδεια. Αργότερα ο Μέγας Κων/νος, τιμώντας τη μνήμη του Αγ. Αγαθόνικου, έκτισε στην Κων/πολη ναό, αφιερωμένο στη μνήμη του, που εορτάζεται στις 22 Αυγούστου.
Στην αρχαία Σηλύβρια είχε γεννηθεί και ο διδάσκαλος του Ιπποκράτους Ηρώδικος, ο οποίος είναι ο πρώτος, που εισήγαγε την γυμναστική στη θεραπευτική. Όταν ανέβηκε στο θρόνο του Βυζαντίου ο Κων/νος Παλαιολόγος, η Σηλύβρια με την Πέρινθο και τους Επιβάτες αποτελούσαν τις τελευταίες κτήσεις στις θρακικές ακτές της Προποντίδας της άλλοτε πανίσχυρης Αυτοκρατορίας, την οποία και συνόδευσαν στην επιθανάτια αγωνία και τον θάνατό της.
Η Σηλύβρια είναι κτισμένη αμφιθεατρικά σε λόφο ύψους 90 περίπου μέτρων, στον οποίο σωζόταν ως τον εκπατρισμό του 1922 ερείπια των παλιών τειχών της.
Στους χρόνους της τουρκοκρατίας περιήλθε σε κατάσταση μικρής και ασήμαντης κωμόπολης, στα τελευταία όμως χρόνια πριν από τον εκπατρισμό, αναζωογονήθηκε και πάλι. Κατά την απογραφή του 1922 Είχε περί τις 4.500 κατοίκους, από τους οποίους οι μισοί σχεδόν ήταν Έλληνες. Φημισμένος ήταν ο μεγάλος αλευρόμυλος του Αναστασίου Σταμούλη της μεγάλης ομώνυμης οικογένειας και πατρός του τελευταίου Μητροπολίτου Γάνου και Χώρας και μετά τον εκπατρισμό του 1922, Μητροπολίτου Ελευθερούπολης Σωφρονίου.
Τέλος η Σηλύβρια ήταν και η γενέτειρα του Αγίου Νεκταρίου.

ΡΑΙΔΕΣΤΟΣ

Αρχαιότατη πόλη η Ραιδεστός, που την ίδρυσαν κατά πάσα πιθανότητα Σάμιοι άποικοι κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα. Το αρχαίο της όνομα ήταν “Βισάνθη”, κατά τον Στέφανο Βυζάντιο δε, ‘’Βησάνθη”. Η ονομασία της σε “Ραιδεστό” έγινε αργότερα, άγνωστο πότε και πρώτος την αναφέρει με το όνομα αυτό ο ρωμαίος ιστορικός Πλίνιος με σχετική παραλλαγή, “RESISTOS”.
Όταν το 400 π.Χ. ο Ξενοφών επέστρεφε τους Μυρίους του από την Ασία και βρισκόταν στην Χρυσούπολη του Βυζαντίου ο Βασιλιάς των Οδρυσών Σεύθης ο Β’, του πρόσφερε την Βισάνθη με τον Γάνο και το Νέο Τείχος, για να βοηθήσει στην ανάκτηση πατρογονικών εδαφών του Βασιλείου του, πράγμα που έγινε τελικά.
Στους Βυζαντινούς χρόνους ήταν, “... χωρίον Ευλίμενον και τη κατά θάλασσαν εργασία επιτηδείως έχον τοις εν εμπορία ναυτιλλομένοις, καταίρειν και αποφορτίζεσθαι προσηνώς μάλιστα..”. Ήταν όμως εκτεθειμένη σε βαρβαρικές επιδρομές και γι’ αυτό ο Ιουστινιανός την οχύρωσε με ισχυρό τείχη, από τα οποία μερικά ερείπια σωζόταν ως τον εκπατρισμό μας το 1922.
Από τους πρώτους ακόμα αιώνες του χριστιανισμού, είχε αναδειχθεί σε έδρα επισκόπου και από τα μέσα του 14ου αιώνα σε έδρα Μητρόπολης, αλλά λίγοι Μητροπολίτες της αναφέρονται ονομαστικά στους αρχιερατικούς καταλόγους του μητροπολίτη Σάρδεων Γερμανού.
Είχε 4 εκκλησίες, της Παναγίας της Φανερωμένης, που ήταν και ο μητροπολιτικός ναός της, του Αγίου Γεωργίου, που ήταν μεγαλύτερη και μεγάλης αρχαιολογικής αξίας, του Αγίου Αθανασίου και την βυζαντινή, της Παναγίας της Ρευματοκρατείρας, ονομασία η οποία κατά μια παράδοση προήλθε από το γεγονός, σύμφωνα με το οποίο η Παναγία κατέπνιξε αυτούς που επέδραμαν στην πόλη βάρβαρους στον παραρρέοντα ποταμίσκο, στον οποίο και βρέθηκε η εικόνα της. Την εικόνα αυτή, που είναι θαυματουργός, την έφεραν οι Ραιδεστινοί κατά τον εκπατρισμό του 1922 στη Θεσ/νίκη και την διατηρούν στην Εκκλησία της Παναγίας της Αχειροποιήτου και κάθε χρόνο, την Δευτέρα του Θωμά, κάνουν λειτουργία με αρτοκλασία στην εκκλησία αυτή.
Η Ραιδεστός είχε στα τελευταία πριν από τον εκπατρισμό μας χρόνια περί τις 35.000 κατοίκους, από τις οποίες 12.000 περίπου Έλληνες, 12.000 Αρμένιοι, 9.000-10.000 Τούρκοι και λίγοι Εβραίοι και Αθίγγανοι.
Περίφημα ήταν τα δύο εκπαιδευτήρια της Ελληνικής κοινότητας, το “Θεοδωρίδειο Δημοτικό σχολείο Αρρένων” και το “Γεωργιάδειο Παρθεναγωγείο”, που τα ίδρυσαν οι μεγάλοι ευεργέτες της πόλης, Κωστάκης Θεοδωρίδης και ο γιος του Γεώργιος το πρώτο και οι αδελφοί Πασχάλης και Σταύρος Γεωργιάδης το δεύτερο. Και τα δύο αυτά εκπαιδευτήρια σώζονται ακόμα, το πρώτο χρησιμοποιούμενο ακόμα ως δημοτικό σχολείο και το δεύτερο ως ευαγές ίδρυμα.
Η Ραιδεστός ήταν το “Διαμάντι της Προποντίδας”, όπως την έλεγαν τότε. Σήμερα φέρει το όνομα “Τεκίρ-Νταγ”, όνομα παντελώς άσχετο με το παλιό πραγματικό, το οποίο όμως γνωρίζουν ακόμα πολλοί Τούρκοι, παραλλαγμένο βέβαια, για να ταιριάζει στην τουρκική φθογγολογία, “RODOSTOS”.

ΚΑΛΛΙΠΟΛΗ

Η Καλλίπολη βρίσκεται κοντά στο βόρειο στόμιο του πορθμού του Ελλησπόντου. Είναι κτισμένη στη θέση της καταστραφείσης αρχαίας πόλης “Κριθωτής” και ονομάστηκε “Καλλίπολις”, ή “Καλκιούπολις”, από τον Βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο τον Ε’, όταν την κατέλαβε το 209 π.Χ., προς τιμήν του στρατηγού Καλλίου. Ο ιστορικός συγγραφέας Στέφανος ο Βυζάντιος, που άκμασε κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα, την χαρακτηρίζει ‘’Πολίχνην”, αλλά έδρα επισκοπής.
Το 1201 καταλήφθηκε από τους Σταυροφόρους της Δ’ Σταυροφορίας, αλλά το 1237 την ανακατέλαβε ο Αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Δούκας Βατάτζης.
Το 1305 την κατέλαβαν οι διαβόητοι Καταλανοί μισθοφόροι-ληστές, οι οποίοι εκδικούμενοι τον φόνο του αρχηγού τους Ρογήρου στην Αδριανούπολη, κατέσφαξαν όλους τους κατοίκους της ακόμα και τα νήπια. Αφού οχυρώθηκαν κατόπιν σ’ αυτή, ενεργούσαν επί τρία ολόκληρα χρόνια επιδρομές στους γύρω κατοικημένους τόπους, λεηλατώντας και καταστρέφοντας τα πάντα. Τελικά στα 1308 αναγκάσθηκαν να αποχωρήσουν προς τη Θεσσαλία, αφού κατεδάφισαν και τα τείχη της πόλης.
Είναι η πρώτη πόλη που κατέλαβαν οι Τούρκοι το 1357 με τον Σουλτάνο τους Ορχάν και τον γιο του Εμίρη Σουλευμάν, από την οποία εξορμώντας κατόπιν, κατέκτησαν μέσα στην επόμενη 7ετία όλη σχεδόν την Θράκη.
Η Επισκοπή Καλλιπόλεως προήχθη στους χρόνους του Αυτοκράτορα Ανδρονίκου Παλαιολόγου του Β’, σε μητρόπολη, στην οποία υπαγόταν και η Μάδυτος με τον τίτλο, Μητρόπολις Καλλιπόλεως και Μαδύτου.
Κατά τον εκπατρισμό του 1922 είχε περί τους 16.000 κατοίκους, από τους οποίους 7.000 8.000 ήταν Έλληνες, οι δε άλλοι Τούρκοι, Αρμένιοι και λίγοι Εβραίοι. Η υπεροχή όμως του Ελληνικού στοιχείου τόσο στον κοινωνικό, όσο και στον μορφωτικό και οικονομικό τομέα, ήταν αδιαφιλονίκητη. Όλα σχεδόν τα καταστήματα της αγοράς ήταν ελληνικά και η ελληνική γλώσσα κυριαρχούσε παντού. Και σήμερα ακόμα πολλοί γέροι Τούρκοι θυμούνται τους παλιούς Έλληνες συμπατριώτες τους και μιλάνε ελληνικά.
Σήμερα είναι έδρα του Β’ Τουρκικού Σώματος Στρατού και ονομάζεται ‘’Γκελίμπολου”,. Έχει ακμάζουσα βιομηχανία αλίπαστων, φημισμένη σ’ όλη την Ευρωπαϊκή Τουρκία.
Το φθινόπωρο του 1960, κατά την διάρκεια μιας άσκησης του ΝΑΤΟ με τον τίτλο FLAS-BAK, διετέλεσα σύνδεσμος της Ελληνικής Στρατιάς στο Τουρκικό εκείνο σώμα στρατού και παρέμεινα επί 15 ημέρες στο Στρατηγείο του. Επωφεληθείς μιας διακοπής της ασκήσεως, επισκέφθηκα μαζί με ένα Τούρκο ταγματάρχη όλα τα πεδία των μαχών, που έλαβαν χώρα στη χερσόνησο κατά τη διάρκεια των αποβατικών επιχειρήσεων των Αγγλογάλλων κατά το 1915, στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και τον χώρο των Νεκροταφείων, Συμμαχικών και Τουρκικών, στα οποία κοιμούνται πλάι πλάι τον αιώνιο ύπνο τους οι αντίπαλοι της εποχής Εκείνης.

ΜΑΔΥΤΟΣ

‘’Εν μέσω ανθαμιλλομένης καλλονής του εδάφους και απαραμίλλου ειδυλλιακής αρμονίας, την επαυξάνει επί πολύ ο επιχαρίτως την βόρειον της Θρακικής χερσονήσου πλευράν περιλούων αγάρρους Ελλήσποντος, ίδρυται από των αρχαιοτάτων ακόμα χρόνων και υπό τον γλυκύτατον ουρανόν της η πόλις ‘’Μάδυτος”, δύο περίπου μίλλια νοτιοδυτικά της αρχαίας Σηστού και αντίκρυ από την αρχαίαν Άβυδον. Τοπία μαγευτικότατα και γραφικοί λοφίσκοι διατρέχοντες εν μέσω πλουσίων εδαφικών καλλονών τα πέριξ αυτής καρποφόρα πεδία και τον πλούσιον εις γονιμότητα κάμπον αυτής, προσθέτουσιν αυτή άφθονον και πλουσιοτάτην παραγωγήν. Δι’ ο και πολύ ορθώς εις το Λεξικόν “Σουϊδα” αναγράφεται, “...Η Χερσόνησος της Θράκης χώρα εύφορος ην εις πυρών γεωργίαν, όθεν εσιταγώγουν οι Αθηναίοι”, λέγει εις τον πρόλογό του ο Συγγραφέας της Ιστορίας της Μαδύτου, ιατρός Απόστολος Σιταράς.
Ο αρχαίος Γεωγράφος Σκίμνος, που άκμασε κατά τον Β’ μ. Χ αιώνα, γράφει, ότι η Μάδυτος κτίσμα των Λεσβίων, ενώ ο αστρονόμος - γεωγράφος Πτολεμαίος, που έγραψε κατά το 125 μ. Χ την ονομάζει “Μάδιν” και την θεωρεί σαν αποικία των Αθηναίων, οι οποίοι την ίδρυσαν κατά τον αποικισμό που έκαμαν τον 6ο π. Χ αιώνα με την κάθοδο του Μιλτιάδη του πρεσβυτέρου. Από τότε άρχισαν να κτίζονται η μια κατόπιν της άλλης διάφορες πόλεις στην Θρακική χερσόνησο, όπως η Σηστός, η Χερσόνησος, η Κριθωτή, η Ελαιούς και πολλές άλλες ονομαστές, με πρωτεύουσα την Μάδυτο, στις οποίες άνθισε και αναπτύχθηκε ο πολιτισμός και το μεγαλείο της μητρόπολής τους, των Αθηνών.
Επειδή βρισκόταν η Μάδυτος σε τόσο επίκαιρη θέση από στρατηγική άποψη, προσύλκυε πάντοτε τις κατακτητικές βλέψεις των διάφορων ηγεμόνων της Θράκης, περιερχομένη διαδοχικά στην κυριαρχία του ενός ή του άλλου. Οι πολεμικές περιπέτειες στην μακραίωνη ζωή της είναι τόσο πολλές, ώστε η εξιστόρησή τους ξεφεύγει από τον σκοπό της παρούσης.
Κατά τους πρώτους αιώνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η Μάδυτος, εξελίχθηκε σε μια από τις σημαντικότερες πόλεις του Ελλησπόντου, θεωρούμενη 10η στη σειρά επαρχιακή πόλη, την οποία ο Στέφανος ο Βυζάντιος στο “Περί πόλεων” έργο του, αποκαλεί πόλη, ενώ την Καλλίπολη την αναφέρει σαν πολίχνη.
Κατά τον 9ο μ.Χ. αιώνα, αναδείχτηκε σε έδρα Μητρόπολης, μέχρι τον 110 5€ αιώνα, αποτελούσε ίδιο Βασιλικάτο, το οποίο ο Αυτοκράτορας Κων/νος ο Μονομάχος, παραχώρησε στον ευνοούμενό του για την σοφία και την φιλομάθειά του Μιχαήλ Ψελλό, “τον ύπατο των φιλοσόφων και πολυγραφώτατον’’, όπως τον χαρακτηρίζει ο ιστορικός Φραντζής.
Κατά τα τελευταία πριν από τον εκπατρισμό χρόνια η Μάδυτος αριθμούσε περί τους 11.000 κατοίκους, αποκλειστικά Έλληνες με ακμαίο εθνικό φρόνημα, οι οποίοι προκαλούσαν τον θαυμασμό των ξένων.
Η Ελληνική κοινότητα συντηρούσε λαμπρά εκπαιδευτήρια, περίφημα σ’ όλη τη Θράκη “Γαϊτανάκεια Εκπαιδευτήρια”, που περιλάμβαναν πλήρη 7τάξια Αστική Σχολή Αρρένων, πλήρες 6τάξιο παρθεναγωγείο και πλήρες νηπιαγωγείο, με 800 περίπου μαθητές και μαθήτριες και 12 διδασκάλους και διδασκάλισσες, για τα οποία εξόδευε κάθε χρόνο 800-900 χρυσές λίρες Τουρκίας. Τα εκπαιδευτήρια αυτά κτίστηκαν με δαπάνη του μεγάλου ευεργέτη της πόλης Γαϊτανάκη, που ήταν διάσημος Αρχιτέκτονας, ο οποίος είχε κατασκευάσει στην Κων/πολη και το κτήριο της “Υψηλής Πύλης”, δηλαδή του βεζυράτου “Μπάμπη Αλή”.
Είχε 7 εκκλησίες, όσες καμιά άλλη πόλη της Θράκης εκτός από την Αδριανούπολη, 10 παρεκκλήσια και 4 Μονές πανάρχαιες, αλλά όλες ερειπωμένες. Η Μάδυτος υπήρξε και πραγματικό Φυτώριο κληρικών, ιδιαίτερα ανώτερων και ανώτατων, αναδείξασα ένα πατριάρχη Αλεξανδρείας, τον Χριστόφορο Δανιηλίδη, που πέθανε πριν 12 περίπου χρόνια στην Κηφισιά, 4 Αρχιεπισκόπους μεταξύ των οποίων και τον πρώτο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, που πέθανε το 1938, 9 μητροπολίτες και 4 επισκόπους, μεταξύ των οποίων και ο Άγιος Ευθύμιος, που εθεωρείτο και πολιούχος της πόλης.
Ανέδειξε επίσης αρκετούς αξ/κούς, μεταξύ των οποίων 1 Αντιστράτηγο, 1 Ταξίαρχο, 3 Συν/ρχες, 2 Αντ/ρχες, 4 Ταγ/ρχες και Λοχαγούς του Στρατού, 1 Πτέραρχο και 1 Σμηναγό, 2 Ταγ/ρχες Χωρ/κής και 1 Ταγ/ρχη Μουσικής.
Και η συνεισφορά της στους εθνικούς αγώνες μετριέται με 30 περίπου νεκρούς, 9 στο Μακ. Μέτωπο του 1917, 12 στη Μικρασιατική Εκστρατεία, 5 στον Ελληνοϊταλογερμανικό πόλεμο του 1940-41 και 3 στον Εμφύλιο πόλεμο.
Είχε ακόμα η Μάδυτος και ακμάζουσα εμπορική ναυτιλία, που περιλάμβανε 17 μεγάλα ποντοπόρα ιστιοφόρα, που ταξίδευαν σ’ όλη την Μεσόγειο, την Προποντίδα και τον Εύξεινο Πόντο, 32 μικρότερα και πολλά αλιευτικά για την επίσης αναπτυγμένη αλιεία της.

ΚΕΣΣΑΝΗ

Η Κεσσάνη είναι η πρώτη πόλη της Ανατ. Θράκης, την οποία συναντούμε μπαίνοντας στην Τουρκία από τη νότια είσοδο σ’ αυτή, από τη γέφυρα των Κήπων. Κτισμένη πάνω σε οροπέδιο, κοντά στην πόλη Ύψαλα, τα αρχαία Κύψελα, δεσπόζει της γύρω περιοχής και αποτελεί οδικό κόμβο, από τον οποίο περνάει η κύρια οδός προς την Τουρκία από την Ελλάδα που συνεχίζει προς Ραιδεστό και Κων/πολη και από αυτήν ξεκινούν οι δρόμοι προς Μακρά Γέφυρα - Αδριανούπολη και προς Καλλίπολη.
Πιθανώς είναι η Κισσήνη του Σουϊδα, που ήταν κοντά στην αρχαία Κισσίνη του Ησυχίου του Αλεξανδρέως. Σε απόσταση μιας ώρας από την πόλη πάνω σε ένα ψηλό λόφο σωζόταν μέχρι τον εκπατρισμό ερείπια αρχαίου φρουρίου, του Παλιόκαστρου όπως έλεγαν οι ντόπιοι, πιθανότατα όμως του Κισσού, που αναφέρει ο Γ. Ακροπολίτης.
Η Κεσσάνη λεγόταν και “Ρούσκιοϊ” και με αυτό το όνομα την αναφέρουν πολλοί γεωγραφικοί χάρτες, στα δύο χρόνια της ελευθερίας της Ανατ. Θράκης η Ελληνική διοίκηση την μετονόμασε σε ‘’Κισσίνην”.
Επειδή βρισκόταν σε δεσπόζουσα τοποθεσία και γεωγραφικά επίκεντρη, έχει μεγάλη στρατηγική σημασία και είναι έδρα τουρκικής μεραρχίας. Κατά τους Βαλκανικούς πολέμους είχε περί τους 10.000 κατοίκους, τους περισσότερους Έλληνες, που ασχολούνταν με το εμπόριο, την γεωργία και την κτηνοτροφία. Κατά τους ανθελληνικούς διωγμούς του 1915 το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνικού πληθυσμού εκτοπίστηκε από τους Τούρκους. Η απογραφή του 1920 έδωσε γύρω στις 5.500 κατοίκους.
Εκκλησιαστικά υπαγόταν στην μητρόπολη Ραιδεστού — Ηράκλειας και είχε 2 εκκλησίες, των Τριών Ιεραρχών και του Αγίου Αθανασίου. Παρά την μείωση του Ελληνικού πληθυσμού λόγω των διωγμών που υπέστη μειώθηκε σημαντικά, εξακολουθούσε να έχει τα πρωτεία στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου. Η Κεσσάνη ανέδειξε έναν Υποστράτηγο, έναν Ταξίαρχο και έναν Καθηγητή του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσ/νίκης.

Πηγή: Ημερολόγιο – Λεύκωμα της Θρακικής Εστίας, Τεύχος πέμπτον, Θεσσαλονίκη 1987-1988.