Άγουρος απ΄τη Θρακιά

Αγορος απ’τη Θρακιά κόρη από τη Ρωμπυλιά
ήρθαν κι ανταμώθηκαν στουν Απλύτη τουν ποταμό
πέρασι μένα αγόρι μου
Θα σι δώσου τάημα θα σι δώσω φίλημα
κι όταν τουν είπει για φίλημα σαν αητός την άρπαξη
πέρα την απέταξε.

Γενικά

Τα τραγούδια της Ανατολικής Ρωμυλίας διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: α. Τα χορευτικά και οι οργανικοί σκοποί που χορεύονται : Σ” αυτή την κατηγορία συγκαταλέγονται οι χοροί τύπου «ζωναράδικου» χορού στα 6/8, στον ίδιο ρυθμό οι τύποι του «ζερβόδεξου» («ζερβο-δέξος», «ποδαράκι», «κυνηγητός» κλπ), οι συρτοί στα 7/8 (3+2+2), οι συρτοί στα 9/8 (2+2+2+3) με γρήγορη αγωγή, στον ίδιο ρυθμό οι καρσιλαμάδες και στα 9/8 (2+2+2+3) με αργή αγωγή ο «σφαρλής», οι συρτοί τύπου «ξεσυρτού» στα 2/4 («καστρινός», «κοκονίτικος», «χεριάτικος τραμπανιστός», κλπ), οι χοροί τύπου «στις τρεις» ή «στα τρία» στα 2/4 («στις τρεις», «τροΰρου», «ζερβός»), η «μπαϊντούσκα» στα 5/8, οι τύπου «συγκαθιστού» στα 7/8 (2+2+3) με γρήγορη αγωγή («συγκαθιστός», «ίσια α-πάν», «καλινίτικος»), στον ίδιο ρυθμό («μιλίσσω», «μπογδάνος», «κουκίτσα», «ντιβιτζίδικος»), στα 7/8 (2+2+3) με μέτρια αγωγή ο «ζέρβος». β.  Στη δεύτερη κατηγορία συμπεριλαμβάνονται τα «καθιστικά» ή «του τραπεζιού», τα τραγούδια που έλεγαν στα νυχτέρια, τραγούδια της δουλειάς ή εποχικά (του θερισμού, ανοιξιάτικα, φθινοπωρινά) και πολλά τραγούδια του γάμου. Στις δυο αυτές κατηγορίες εντάσσουμε και τα τραγούδια που λέγονται τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και το Πάσχα.

Πηγή:  «Από τη Θράκη του Ορφέα & του Διόνυσου», Παραγωγή  Γιάννης Πραντσίδης 

Αϊγόρι μ΄ πες στην μάνα σου

Ζωναράδικος τύπου ντιούζκου σε ρυθμό 6/8 από το Καβακλί Ανατολικής Ρωμυλίας.

Αϊγόρι μ” πες στην μάνα σου

«Αϊγόρι μ” πες στην μάνα σου, Παυλιουλιού ντιλγκιρούδι μου

νύφη για να μι κανει, για Παυλιουλιού ντιλγκιρούδι μου

Την είπα, κόρη μ”, την είπα, Παυλιουλιού ντιλγκιρούδι μου

την είπα μ” δεν σι θέλει, για Παυλιουλιού ντιλγκιρούδι μου

Κι αν θες εσύ κι αν θέλω ιγώ, Παυλιουλιού ντιλγκιρούδι μου

η μάνα σ” τι θα κάνει, για Παυλιουλιού ντιλγκιρούδι μου

Η μάνα σου κι η μάνα μου, Παυλιουλιού ντιλγκιρούδι μου

σ” ένα βαθύ χαντάκι, για Παυλιουλιού ντιλγκιρούδι μου

Κι εμείς τα δυο -ν- αϊγόρι μου, Παυλιουλιού ντιλγκιρούδι μου

σ” ένα ψηλό τσιαρντάκι, για Παυλιουλιού ντιλγκιρούδι μου

Να κρούει ήλιους του ταχιά, Παυλιουλιού ντιλγκιρούδι μου

κι του φιγγάρ” το βραδυ, για Παυλιουλιού ντιλγκιρούδι μου».

Δέντρο είχα στην αυλή μου

Παραδοσιακός χορός και τραγούδι σε 6σημο ρυθμό από την Ανατολική Ρωμυλία (Βόρεια Θράκη). Εδώ ακούγεται ένας ιδιαίτερος τύπος Ζωναράδικου χορού που ονομάζεται ζναριάτικος τραμπανιστός» από την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, ο πιο διαδεδομένος χορός σε εκείνη την περιοχή. Το τραγούδι ονομάζεται «Δέντρο είχα στην αυλή μου» και αποτελεί παραλλαγή του γνωστού τραγουδιού και χορού της Δυτικής (σημερινής Ελληνικής) Θράκης, «Δεντρίτσι».

Δέντρο είχα στην αυλή μου

Δέντρο- δέντρο, δεντρουλάκι, δέντρο είχα στην αυλή μου.

Δέντρο είχα στην αυλή μου και μηλιά μες στο μπαχτσέ μου

δέντρο είχα στην αυλή μου και νερό δεν το χορταίνω.

Κι νερό δεν το χορταίνω, ρίχνω δάκρυ και φαρμάκι

ρίχνω δάκρυ και φαρμάκι, έπεσαν τα φύλλα τ” όλα.

Έπεσαν τα φύλλα τ” όλα κι έσκυψα να τα μαζώξω

κι έσκυψα να τα μαζώξω, βρίσκω ένα δαχτυλίδι.

Βρίσκω ένα δαχτυλίδι, ασημένιο, χρυσαφένιο

ασημένιο, χρυσαφένιο έχει τ” όνομα γραμμένο.

Έχει κι τ” όνομα γραμμένο, έχει το Μέγα Κωνσταντίνο

έχει το Μέγα Κωνσταντίνο και το Μέγα το Βασίλειο.                    

Δημήτρω παινεμένη

Παραδοσιακό τραγούδι της Ανατολικής Ρωμυλίας (Βόρειας Θράκης). Πρόκειται για τον χορό «Χεριάτικο Τραμπανιστό». Ο χορός και το τραγούδι τραγουδιόταν στη Μπάνα Μεσήμβριας της Ανατολικής Ρωμυλίας. Το τραγούδι αναφέρεται σε γεγονός που έλαβε χώρα στο χωριό Ραβδά στις αρχές του εικοστού αιώνος. Η Δημήτρω δεν ήθελε τον αρραβωνιαστικό της Κωσταντή (φτωχό συγχωριανό της), μον” ήθελε τον Παναγιώτη Θεοχαράκη, γραμματικό, από το χωριό Μπάνα όστις της προσέφερε κοινωνική καταξίωση. Τελικά ουδέποτε παντρεύτηκαν. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών η Δημήτρω ήρθε στην Ελλάδα και ο Παναγιώτης έμεινε στη Μπάνα όπου σκοτώθηκε από τους Βούλγαρους.

Δημήτρω παινεμένη Δημήτρω ξακουστή
Πρωτοαρραβωνιασμένη στον νιό τον Κωσταντή
Τον Κωσταντή δε θέλει πούναι παιδί φτωχό
Θέλει τον Παναγιώτη το γραμματικό.
Πάρε με Παναγιώτη να πάμε στου Ραβδά
Μάνα μου θα σε κάνει Ραβδιώτικο μπαμπά
Πάρε με Παναγιώτη απ’όχω το σοκάλ
Μάνα μου θα σε κάνει μες το Ραβδά μπακάλ(η)
Τι να σου πω Δημήτρω τ’αρέσω του ντουκάλς
Δε θέλω γω να γίνω μες του Ραβδά μπακάλς

Διώχνεις με μάνα διώχνεις με

Διώχνεις με μάνα διώχνεις με
στ’ αλήθεια θα πααίνω.
Αχ, με τα πουλάκια θα διαβώ
κι μι τα χελιδόνια.
Αχ και τα πουλιά θα νέρχουνται
κι εγώ πάντα θα λείπω.

Αχ, θα πας μάνα μ’ στην εκκλησιά
θα ειδιείς τις νιές θα ειδείς τους νιούς
θα ειδιείς τα παλληκάρια.
Αχ, θα διείς τουν τόπου μου εύκηρου
και στου στασίδι μου άλλου.
Αχ, θα σερν’ς μάνα μ’ παράπουνου
και πίσου θα γυρίζεις.

Αχ σε σταυροδρούμ’ θα κάθεισαι
για μένα θα ρωτάεις.
Αχ, θα διείς Τούρκου θα τουν ρωτάς,
Ρωμιό θα τουν ζητάζεις:
Aχ, μην είδιατε αμάν αμάν
αχ, μην είδατε μην άκσητε
τουν γιό μου τουν Γιαννάκη.
Τουν είδιαμε τουν άκσαμε
σ’ ηπράσινο λιβάδι.
Μαύρα πουλιά τουν τρώγανε
κι άσπρα τουν τριγυρίζουν.

Η μηλίτσα

Μηλιά μου, μωρέ μηλίτσα
που `σαι στο γκρεμό
τα μήλα φορτωμένη
τα μήλα σου λιμπίστηκα,
μα το γκρεμνό φοβούμαι.

Σαν το φοβάσαι το γκρεμνό, έλα το μονοπάτι.
Το μονοπάτι μ’ έβγαλε σ’ ένα ρημοκλησάκι.
Βρίσκω σαράντα μνήματα αδέρφια και ξαδέρφια
βρίσκω κι ένα παράμνημα να βαριαναστενάζει.

Τι έχεις μνήμα μ’ και βογγάς και βαριαναστενάζεις;
Μην είν’ το χώμα σου βαρύ κι η πλάκα σου μεγάλη;
Δεν είν’ το χώμα μου βαρύ κι η πλάκα μου μεγάλη.
Μον’ ήρθες και με πάτησες επάνω στο κεφάλι.

Κάτω στην Ρόιδω

Κάτω στη Ρόιδω στη Ροϊδοπούλα

τούρκους αγάπησι μια ρωμιοπούλα

Τούρκους την ήθελε μ αυτή δεν θέλει

Παρ  τον κορίτσι μ’ τον Τούρκο άντρα

θα σε γιομίσει φλουριά και χάντρα.

Δεν τον εθέλω, δεν τον επαίρνω

Δεν τον επαίρνω τον Τούρκο άντρα

κι ας με γιομίσει φλουριά και χάντρα.

Παρ τον κορίτσι μ’ έχει καΐκι

θα σε πηγαίνει στη Σαλονίκη.

Παρ τον κορίτσι μ’ έχει βαπόρι

θα σε πηγαίνει Σμύρνη και Πόλη.  

Μάλι µι µάτσαν τα ούδια

 

Τραγούδι και χορός (Μπογντάνος) της Ανατολικής Ρωμυλίας. Τα λόγια του τραγουδιού βασίζονται στη συνήθεια εκείνης της εποχής όταν κάποιος νέος αγαπούσε μια κοπέλα να μαδάει ένα λουλούδι από την αυλή της.

 

Μάλι µι µάτσαν τα ούδια     

 

Μάλι µι µάτσαν τα ούδια
Ποιος σι τα µάτσιν Μαρούδα μ’ ;
Τ’Αλµπανούδ’ κι του Καλτσουνούδ’
Κι του µουκρό του Καµιούδ’
Μ’ ας σι τα µάτσαν Μαρούδα μ’
’γω δα σι δώσου στ’ Αλµπανούδ’
’γω δα σι δώσου στ’ Αλµπανούδ’
’γω δα σι φκιάσου κουντουγούν’
Κι άντα βγαιντς Μάρου που µπουρά
Ούλ’  ’σινα Μάρου µ’ δα τηρούν

 

Με γελάσαν τα πουλιά

Με γέλασαν τα πουλιά,
της άνοιξης τ’ αηδόνια.
Με γέλασαν και μου `πανε,
ποτέ δε θα πεθάνω.

Φτιάχνω κι εγώ το σπίτι μου
ψηλότερο από τ’ άλλα.
Σαράντα δυο πατώματα,
εξήντα παραθύρια.

Στα παραθύρια στέκομαι,
τους κάμπους αγναντεύω.
Βλέπω τους κάμπους πράσινους
και τα βουνά γαλάζια.

Βλέπω το Χάρο που ’ρχεται
καβάλα στ’ άλογό του
Με γέλασαν τα πουλιά,
της άνοιξης τ ’ αηδόνια.

Με γέλασαν τα πουλιά,
της άνοιξης τ’ αηδόνια.
Με γέλασαν και μου είπανε,
ο Χάρος δε με παίρνει.

Μη με παίρνεις Χάρο,
μη με παίρνεις
γιατί δε με ξαναφέρνεις.

Mιλήσσου

Μωρ Mιλήσσου Mιλήσσου, πως κοιμάσι μαναχή;

 Δεν κοιμούμαι μαναχή, έχου άντρα γκαϊταντζή.

 Έχου άντρα γκαϊταντζή κι πασιάκου φιουρτζή.

 Μωρ Mιλήσσου Mιλήσσου, πως κοιμάσι μαναχή;

 Δεν κοιμούμαι μαναχή, έχου δώδεκʼ αϊγουροί

Έχου δώδεκʼ αϊγουροί με τʼ εσένα δεκατρείς.      

 

Μπιρμπίλω μαυρομάτα

Μέσα σε χίλιες να σε δώ, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου, .
Μέσα σε δυο χιλιάδες, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
Γνωρίζω το κορμάκι σου, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου,
πού χει τις νοστιμάδες, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
Και με τα μαύρα σ’ αγαπώ, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου,
και με τα λερωμένα, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
Και με τα ρούχα της δουλειάς, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου,
Τρελαίνουμι για σένα, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
Τα χείλη σου είναι ζάχαρη , μπιρμπίλω μαυρομάτα μου,
τα μάτια σου είναι μέλι, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.

Πέντε νύχτες

Πέντε νύχτες όμορφη Βασιλική πέντε νύχτες και ξενύχτες
Έμεινα στο όμορφη Βασιλική έμεινα στο μαχαλά σου

Για να μάθω όμορφη Βασιλική για να μάθω τ’ όνομά σου
Τ’ όνομα μου όμορφη Βασιλική τ’όνομά μ’το λένε Βάσω

Κι τ’αι ταίρι μ’ όμορφη Βασιλική κι τ’αι ταίρι μ’του λεν Γιάννη.
Πέντε νύχτες όμορφη Βασιλική πέντε νύχτες και ξενύχτες.

Πού ήσουν,Λένου

"Μουρ’ πού ήσαν, Λένου, τώρα βδουμάδα,
τώρα βδουμάδα κι αϊ τρεις ου ημέρις;"
"Στα μαναστήρια ζουνάρια υφαίνου,
ζουνάρια υφαίνου, μουρ’ μουκαντέινα, μαρμαρουδίμτα (1)".
"Ακούς, μουρ’ Λένου, τι λέει η γάιντα,
τι λέει η γάιντα, τι χουρατεύει;
Η γάιντα λέει Τούρκουν αϊγάπ'σις,
Τούρκουν αϊγάπ'σις, Τούρκουν δα πάρεις".
"Σφάζουμι, μάικου μ’ , κόφτουμι, μάικου μ’ ,
τα ρ'μάνια παίρνου, Τούρκουν δεν παίρνου".
" Κι αν κουπείς, Λένου μ’ , και αν σφαχτείς, Λένου μ’ ,
Τούρκουν αϊγάπ'σις, Τούρκουν δα πάρεις".
"Λαγός ένουμι, λαγός ένουμι,
τα ρ'μάνια παίρνου, Τούρκουν δεν παίρνου".
"Ισύ λαγός ου, Τούρκους αβτζής ου
κι δα σι κρούξει κι δα σι πάρει".
"Λουλούδ(ι) ένουμι, λουλούδ(ι) ένουμι.
σ’ στράτις φυτρώνου, Τούρκουν δεν παίρνου".
"Ισύ λουλούδι, Τούρκους διαβάτης
κι δα σι κόψει κι δα σι πάρει".


1 μουκαντέινα, μαρμαρουδίμτα = ειδικές τεχνικές ύφανσης
2 αβτζής = κυνηγός

Ράντηλε

Τσαλιά κι αγκάθια πάτησα Ράντηλε
Ώσπου να σ άγαπήσω
Και τώρα που σ’ αϊγάπησα Ράντιλε
Μου λένε να σ’αφίσω
Καινούργια αγάπη αϊγάπησα Ράντιλε
Παλιά δεν αστοχιέται
Παλιός πλουκός δε σέπεται Ράντιλε
Καινούργιος δε τ’αρνιέται

Σε δυό βουνά ανάμεσα

Σε δυο βουνά ανάμεσα
κλήμα ήταν φυτρωμένο

Κάμνει σταφύλι ραζακί
κι το κρασί μουσχάτο

Το πινουν άντρες δε μεθούν
μάνες παιδιά δεν κάμουν

Ας το `πινε κι η μάνα μου
να μη είχε κάν’ κι εμένα

Που μ’ έκαμε και μ’ έδωσε
πολύ μακριά στα ξένα

Σήκω κουκουνούδα μ΄

Σήκω κουκουνούδα μ’ έριτ η μάνα σ’.

 Δεν μπουρού μάνα μ’ δεν μπορού μι πουνούν τα κόκκαλα. (2)

 Σήκω κουκουνούδα μ’ έριτ η τάτης .

 Δεν μπουρού μάνα μ’ δεν μπορού μι πουνούν τα κόκκαλα. (2)

 Σήκω κουκουνούδα μ’ έριτ η μπάτης’.

 Δεν μπουρού μάνα μ’ δεν μπορού μι πουνούν τα κόκκαλα. (2)

 Σήκω κουκουνούδα μ’ έριτ η αϊγόρους .

Όπαλα μάνα μ’ όπαλα κάνουν και τα κόκκαλα. 

Σ΄όσους γάμους κι αν επήγα

Σ’ όσους γα κι αμάν αμάν,
σ’ όσους γάμους κι αν επήγα
Σ’ όσους γάμους κι αν επήγα,
τέτοιο αντρόγυνο δεν είδα

Να `χει η νύφη τέτοια χάρη
κι ο γαμπρός όλο καμάρι
Σήμερα γίνονται ταίρι
το φεγγάρι και τ’ αστέρι
Όργανα λαλούν τρεις μέρες,
ούτι, λύρες και φλογέρες

Τ΄αδέρφια

 Ανάθεμά τον που θα πει (2)

 τ’ αδέρφια δεν πονιούνται

 Τ’ αδέρφια σκίζουν τα βουνά (2)

 και δέντρα ξεριζώνουν.

 Δυο αδέρφια είχαν μια αδερφή (2)

 στον κόσμο ξακουσμένη.

 Την φώναγε η γειτονιά (2)

 τη ζήλευεν η χώρα.

 Τη ζήλευε κι ο χάρος (2)

 και πάει για να την πάρει.

 Άνοιξε κόρη μ’  άνοιξε (2)

 τοιμάσου  να σε πάρω.

 Άσε με χάρε άσε με (2)

 σήμερα μη με παίρνεις.

 Ταχιά Σαββάτο να λουστώ (2)

 την Κυριακή ν’ αλλάξω.

 Και τη Δευτέρα το ταχιά (2)

 έρχομαι μοναχή μου.

 Απ′  τα μαλλιά την άρπαξε (2)

 κι η κόρη σκούζ  και κλαίει.

 Να και τ′ αδέρφια που ̓ ρχονται (2)

 απ’ τις ψηλές ραχούλες.

 Τα χάρο κυνηγήσανε (2)

 την κόρη λευτερώσαν.

Τέσσερα μήλα κόκκινα

 

Ζωναράδικος ντιούζ’κος από την Ανατολική Ρωμυλία.

 

Τέσσερα μήλα κόκκινα

 «Τέσσερα μήλα κούκκινα σι μια κλουστή διμένα,

 μήλου μ’ κό- μήλου μ’ κόκκινο, μήλο μ’

 Όποιους τα κόφτει κόφτιτι κι όποιους τα φάει πιθαίνει,

 μήλου μ’ κό- μήλου μ’ κόκκινο, μήλο μ’

 Όποιους μυρίζ” μυρώνιτι κι άρρωστου ν’ ανασταίνει,

 μήλου μ’ κό- μήλου μ’ κόκκινο, μήλο μ’

 Κι όποιους τα καλοφιγκραθεί παράδεισο κιρδεύει,

 μήλου μ’ κό- μήλου μ’ κόκκινο, μήλο μ’

 

Την καρδιά μ΄την κλειδωμένη

Την καρδιά μ’ την κλειδωμένη
σήμερα θα την ανοίξω

Στο χορό να τραγουδήσω
μαύρα μάτια ν’ αγαπήσω

Μαύρα μάτια σαν κεράσια
μαύρα φρύδια σαν αβδέλες

Άσπρα χέρια σαν τα χιόνια
πως τα πρέπουν τα βραχιόλια

Νάμαν κλέφτης να τα κλέψω
και στη μάνα μ’ να τα δώσω

Παρ’ τα μάνα μ’ να τα κρύψεις
κι αν τα γυρέψω να τα δώσεις

Του παναΰρ ήταν πολύ

Του παναΰρ ήταν πολύ κι ι τόπους ήταν λίγους

 Σαράντα δίπλις ι χορός κι ιξηνταδυό τραπέζια.

 Κι ούλ(οι) έτρωαν κι ούλ(οι) έπιναν,

 κι ούλοι του θιο παρακαλούν, του θιο παραδοξάζουν.

 Μπουλάκ(ι) να μην έρθε(ι) ι Τσάμπουιδας κι μας χαλάσ(ει)

 του παναΰρ(ι) κι μας χαλάσ(ει) του ζέφκι.

Του λόγου δεν απόσουσαν, τη συντυχιά δεν λέγουν. 

 

Τρία κουρίτσια

Τρία κουρίτσια ραβουνιασμένα, ραβουνιασμένα κι παντριμένα
Μήλα τρυγούσαν και τραγουδούσαν ένα τραγούδι κι άλλο τραγούδι.
Κίνησι νέους να συργιανίσει να συργιανήσει να κυνηγήσει
Δεν κυνηγούσι λαγούς κι ελάφια μον κυνηγούσι δυο μάτια
Μαύρα μου μάτια κι πλουμισμένα σαν πως κοιμάστε χωρίς εμένα
Εγώ κοιμούμι κι αναστινάζου σένα θυμούμι κι σι φουνάζου.

Φέτος το καλοκαιράκι

 

Τραγούδι από την Ανατολική Ρωμυλία. Το γνωστό τραγούδι «Φέτος το καλοκαιράκι»,οι στίχοι του οποίου είναι διαδεδομένοι σε όλη σχεδόν την ηπειρωτική Ελλάδα, εδώ σε ζωναράδικο ρυθμό, με μικρές παραλλαγές. Στη συνέχεια η μουσική αλλάζει και ο χορός εξελίσσεται σε τσέστο.

 

Φέτος το καλοκαιράκι  

 Φέτους το καλοκαιράκι

 κυνηγούσα ένα πουλάκι,(2)

 κυνηγούσα τριγυρνούσα

 να του πιάσω δεν μπορούσα.

 Ρίχνω την αξόβεργά μου

 κι ήρθιν του πουλί κουντά μου,(2)

 κι ήρθιν του πουλί κουντά μου

 κόνιψι στα γόνατά μου.

 Έσκυψα να του φιλήσου,

 κι φλουρί να του δουρήσου,(2)

 κι μου ήρθι να του πιάσω

 κι στουν ουρανό να φτάσω.

 Άγγιλου να κατιβάσου

 κι τη θάλασσα ν αδειάσου, (2)

 να την κάνου περιβόλι

 να την εζηλεύουν όλοι.