"ΑΓΙΑΣΜΕΝΑ ΑΝΙΚΗΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΑΥΓΑ"

pontioi avgoΜε ρίζες που χάνονται στα χρόνια των Βυζαντινών, το έθιμο των κόκκινων αυγών ήταν εξίσου διαδεδομένο και στον Πόντο. Αν και δεν υπάρχουν καταγραφές που να απαντούν στο ερώτημα «γιατί τα αυγά βάφονται κόκκινα», εντούτοις πολλοί συνδέουν το συγκεκριμένο χρώμα με το αίμα του Χριστού αλλά και με τη χαρά για την Ανάσταση...

"ΑΙΙΔΙΤΣΑΣ (Τ΄ΑΙΙΔΙΤΣΑΣ)"

Πρωτοχρονιάτικο έθιμο. Τελούνταν στο χωριό Αντρεάντων της Αμισού την παραμονή της Πρωτοχρονιάς: Ένας άντρας μεταμφιεζόταν σε κατσίκα. Φορούσε μακρύ φουστάνι, που έφτανε μέχρι τους αστραγάλους και στο κεφάλι φορούσε το δέρμα της κεφαλής κατσίκας. Δυο κομμάτια από ξύλο ήταν προσαρμοσμένα στα δυο σαγόνια του κεφαλιού της μάσκας. Ο μεταμφιεσμένος...

"ΑΠΟΚΑΜΑΡΩΜΑΝ"

apokamaromanΠοντιακό έθιμο που γινόταν μετά το γαμήλιο δείπνο. Λεγόταν επίσης και ξεσκέπασμαν ή ξεσκεπάσματα. Ο παπάς, αφού διάβαζε μια ευχή, με την άκρη του ξίφους του Χατζή-μπαση ανασήκωνε ως ένα σημείο το καμαρωτέρ’, το οποίο στη συνέχεια το απέσυρε ο Χατζή-μπασης συμπληρώνοντας έτσι το αποκαμάρωμαν της νύφης...

"ΒΑΓΓΕΛΙ ΑΛΑΣ"

vaggeli alasΜ. Πέμπτη και Μ. Παρασκευή στις εκκλησίες του Πόντου «διάβαζαν» αλάτι και αλεύρι

Αλάτι του Ευαγγελίου, βαγγελί’ άλας, ονόμαζαν οι Πόντιες το αλάτι που...

"ΒΑΕΜΑΝ" ΣΤΗ ΣΑΝΤΑ

Το Σάββατον του Λαζάρου τα παιδιά γύριζαν τα σπίτια ψάλλοντας την ανάστασιν του Λαζάρου και οι νοικοκυρές τα φίλευαν με βρασμένες ρόκες και ξερά φρούτα (λεφτοκάρυα, καρύδια, τσίρια). Το έθιμο αυτό μετά το 1900 είχε λησμονηθή...

"ΓΑΛΙΑΙΑ (ΓΑΛΙΛΑΙΑ)"

Πρόκειται για ένα παράξενο έθιμο τελούμενο κάθε χρόνο σε μερικά μόνο χωριά. Αμέσως μετά την Κυριακή του Θωμά, την Δευτέρα το πρωί, οι νοικοκυρές πηγαίνουν στα μνήματα του χωριού...

"ΓΑΜΟΣΤΟΛΟΣ"

gamostolosΗ γαμήλια πομπή που σχηματιζόταν στο σπίτι του γαμπρού και ξεκινούσε για την παραλαβή της νύφης. Την αποτελούσε μια ομάδα οπλισμένων από 20-30 παλικάρια με έναν αρχηγό, που βάδιζε σε αρκετή απόσταση από την πομπή. Κατά διαστήματα τα παλικάρια πυροβολούσαν ομαδικά...

"ΓΑΜΠΡΟΚΑΛΕΣΜΑΝ"

gabrokalesmaΗ πρόσκληση για γλέντι που γίνεται από τους γονείς της αρραβωνιαστικιάς στον αρραβωνιαστικό της και τους γονείς του. Σημαίνει επίσης και την πρόσκληση που έκαναν οι γονείς της νύφης στους νιόπαντρους την 7η μέρα μετά το γάμο τους. Κυριαρχεί εδώ η επιστροφή της νύφης στο πατρικό σπίτι, γι’ αυτό και η φράση: «Η νύφε εκλώστεν σ’ εφτά» (η νύφη επέστρεψε την έβδομη μέρα).

"ΓΑΜΠΡΟΚΟΥΡ΄(ΙΝ)"

gabrokourΧοντρό κούτσουρο που κοβόταν δύσκολα. Κατά την ποντιακή συνήθεια, ένα τέτοιο κούτσουρο έπρεπε να σχίσει ο γαμπρός πριν από το γάμο του, για ν’ αποδείξει ότι είναι σε θέση να αναλάβει τα «οικογενειακά βάρη». Το σχίσιμο του κούτσουρου από τον γαμπρό γινόταν με τσεκούρι στην αυλή του πεθερού του, μπροστά στους γειτόνους, που τον επευφημούσαν.

"ΓΑΜΠΡΟΛΑΛΙΑ"

 

 

 

Ο αρραβωνιαστικός δεν μπορούσε να επισκεφτεί το σπίτι της αρραβωνιαστικιάς του, παρά μόνο αν τον καλούσαν.
Η πρόσκληση αυτή ονομαζόταν «γαμπρολάλια ή «γαμπροκαλέσματα».
Την ημέρα αυτή, που δεν ήταν ορισμένη, ο αρραβωνιαστικός πήγαινε με συγγενείς ή φίλους και ποτέ μόνος.
Συνηθισμένο φαγητό για την ημέρα εκείνη ήταν η «κοσσάρα», κότα βραστή. Το πισινό μέρος της κότας (κολοβάνα) οι ομοτράπεζοι το πρόσφεραν στον γαμπρό, σαν ένδειξη τιμής....

"ΓΑΜΠΡΟΦΟΥΣΤΡΟ"

foustoronΓαμήλια συνήθεια των Ποντίων την ημέρα του γάμου, σύμφωνα με την οποία οι συγγενείς της νύφης έβαζαν μπροστά στο γαμπρό και στον κουμπάρο, πριν τους επιτρέψουν να μπουν στο σπίτι της νύφης, ένα ταψί με το γαμπρόφουστρο, δηλαδή αβγά τηγανισμένα σε βούτυρο, και αυτοί ήταν υποχρεωμένοι να το πληρώσουν.

"ΓΑΝΩΝΑ-ΓΑΝΩΛΑ"

Είδος δοσίματος του γαμπρού στα γονικά της νύφης. Ήταν το αντίστοιχο των αρχαίων «έδνων» που αναφέρονται στον Όμηρο, ή «θωρέτρων». Πρέπει να πούμε πως ο θεσμός της προίκας, όπως τον εννοούμε σήμερα, δεν υπήρχε στον Πόντο. Αντίθετα, ο γαμπρός..

"ΓΑΡΣΙΛΑΕΜΑΤΑ"

Ποντιακό έθιμο στους χορούς, ιδίως του γλεντιού που γινόταν ευθύς μετά το γάμο στο σπίτι του γαμπρού, κατά το οποίο ο λυράρης γονάτιζε μπρος στο χορευτή για να του δώσει χρήματα (αμοιβή).

"ΔΑΚΛΥΜΑΝ"

Καθαρισμός, εξαγνισμός. Για τους Πόντιους το δάκλυμαν αποτελεί έθιμο. Οι νοικοκυρές όσες φορές είχαν την εντύπωση ότι οικιακά σκεύη είχαν μαγαριστεί από κάποια αιτία...

"ΕΜΠΟΝΕΣΤΑ" (ΑΠΟΚΡΙΑ)

emponestaΗ Αποκριά λεγόταν εμπονέστα ( προέρχεται από την λέξη απονήστια). Τα φαγητά που περίσσευαν από την προηγούμενη ημέρα της αποκριάς τα έδιναν σε φτωχές τουρκάλες που τριγυρνούσαν στις ελληνικές γειτονιές για τον σκοπό αυτό. Χαρακτηριστική είναι η ερώτηση που απηύθυναν οι τουρκάλες μόλις αντίκριζαν μια ελληνίδα νοικοκυρά: Κόγκσου, αρτούχ – μαρτούχ γιόκμου; Δηλαδή: Γειτόνισσα, περισσεύματα – ξεπερισσεύματα δεν έχει; Και οι ελληνίδες...

"ΘΗΜΙΓΜΑ (ΘΗΜΙΣΜΑ)"

thinigmaΧορός του γάμου. Αποτελούσε στον Πόντο μέρος του (εκτός εκκλησίας) τελετουργικού του γάμου. Απ’ αυτή την άποψη είναι πιο πολύ έθιμο παρά χορός. Μετά τη «χάρ’» ή τα «χάρτα» ή το «χάρισμαν» προς το νιόπαντρο ζευγάρι αρχίζει το θήμισμα. Τον κύκλο του χορού τον αποτελούν εφτά μονοστέφανα ζευγάρια —ανδρόγυνα δηλαδή...

"ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ"

kathara deyteraΣτον Πόντο η Καθαρή Δευτέρα δεν ήταν ημέρα γλεντιού και πετάγματος αετού. Ήταν ημέρα γενικού καθαρισμού όλων των σκευών και αντικειμένων που είχαν σχέση με το φαγητό.  Για τον τελειότερο καθαρισμό χρησιμοποιούσαν την κατενή. Η κατενή είναι η γνωστή στους παλαιότερους αλισίβα. Σε ένα καζάνι έβραζαν...

"ΚΑΛΑΝΤΑΜΑΝ (ΚΑΛΑΝΤΙΑΣΜΑΝ)"

Η προσφορά δώρων στα παιδιά (από τους γονείς, το νουνό κτλ.) τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Ειδικά στην περίπτωση του νουνού, ο βαφτισιμιός του πήγαινε στο σπίτι του για να του ευχηθεί: «Χρόνια πολλά, δεξάμενε (δεξαμέντσα) . . .». Η απάντηση ήταν: «Σ’ εσέν χρόνια πολλά, ρίζα μ’, να τρανύντς και να ίνεσαι προκομμένος. . .». Αφού καθόταν το παιδί στο σπίτι του νουνού του αρκετή ώρα, κατά την αναχώρηση δεχόταν τα δώρα του, που μπορούσαν να είναι: παιδικά κουστουμάκι, παπούτσια, βιβλίο ή και ένα αξιόλογο χρηματικό ποσό. Τα δώρα αυτά λέγονταν «καλαντέσα»...

"ΚΑΛΑΝΤΟΚΟΥΡ΄"

Κούτσουρο χοντρό που καιγόταν στο τζάκι το βράδυ της Πρωτοχρονιάς. Σύμφωνα με τις ποντιακές λαϊκές δοξασίες, το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, με την αλλαγή του χρόνου, τα δαιμόνια κατεβαίνουν από την καπνοδόχο. Και η φωτιά τα εμποδίζει. Επειδή τα δαιμόνια είναι πολλά και έρχονται σταδιακά, το καλαντοκούρ’ πρέπει να είναι μεγάλο. Διάλεγαν λοιπόν ένα μεγάλο κούτσουρο, συνήθως από βελανιδιά, για να διαρκέσει ολόκληρη τη νύχτα (σε μερικές μάλιστα περιοχές ολόκληρο το Δωδεκαήμερο), που έμενε αμετακίνητο στη θέση του ώσπου να καεί ολότελα. Η συνεχής διατήρηση της φλόγας αποτελούσε απαραίτητο όρο για την επιτέλεση του σκοπού του. Αν λοιπόν η φλόγα έσβηνε από κάποια αιτία, αυτό θεωρούνταν κακοσημαδιά. Οποιαδήποτε ενόχληση από το καλαντοκούρ’ (καπνός, δυσοσμία κτλ.) ήταν ανεκτή. Ο τυχόν θόρυβος (τρίξιμο), που έκανε, ενώ καιγόταν το καλαντοκούρ’, νόμιζαν ότι οφειλόταν στο κάψιμο των δαιμονίων.

"ΚΛΗΔΟΝΑΣ"

Του Αϊ-Γιαννιού, το έθιμο του Κλήδονα στον Πόντο και αλλού

Είναι το έθιμο της φωτιάς, με πανάρχαιες ρίζες, γνωστό από τα βυζαντινά χρόνια οπότε και απαγορεύτηκε (το 681 μ.Χ.) ως ειδωλολατρικό. Στις 23 και 24 Ιουνίου, παραμονή και ανήμερα της γέννησης του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, σε αυλές και σε πλατείες ανάβουν φωτιές και νέοι και νέες πηδούν τρεις φορές σταυρωτά. Έτσι ο Αϊ-Γιάννης γίνεται ο Λαμπαδιάρης ή Λαμπαδιστής ή Λαμπροφόρος. Είναι ακόμα Κλήδονας ή Φανιστής ή Λιοτρόπης ή Ριζικάρης ή Ριγανάς.
Στον Πόντο, και ιδίως στον δυτικό, είναι ο Αγιλοτρούπης, ονομασία που πιθανώς προέρχεται από τη (θερινή) τροπή του ηλίου, καθώς η γιορτή συνέπιπτε με το θερινό ηλιοστάσιο. Όπως αναφέρει ο Δημήτρης Λουκάτος στο βιβλίο του Τα καλοκαιρινά, στη Χίο οι Πόντιοι ξενυχτούσαν χορεύοντας για να δουν το ξημέρωμα τον ήλιο που γύριζε.
Συμπλήρωμα της γιορτής ήταν ο κλήδονας – αν και έχει επικρατήσει ολόκληρο το έθιμο με τις φωτιές να ονομάζεται «έθιμο του Κλήδονα». Η λέξη είναι σύνθετη (από το αρχαίο κληδον-, που σημαίνει μαντικό σημάδι).
«Πρωταγωνιστής» είναι το αμίλητο νερό.
Την παραμονή της γιορτής, στις 23 Ιουνίου, οι ανύπαντρες κοπέλες έβαζαν μέσα σε ένα πλατύστομο σταμνί ένα αντικείμενό τους, συνήθως κόσμημα. Μετά έδιναν το σκεύος σε πρωτότοκο παιδί και το έστελναν να το γεμίσει με νερό από εφτά βρύσες, χωρίς να μιλήσει σε κανέναν. Κατ’ άλλη εκδοχή, το νερό το έφερναν οι ίδιες οι κοπέλες, και πάλι αμίλητες.
Το σταμνί έμενε όλο το βράδυ έξω, κάτω από τα άστρα και το φεγγάρι, σκεπασμένο με ένα κόκκινο ύφασμα προκειμένου να μαγευτεί και να φανερώσει την τύχη των κοριτσιών. Σε άλλη εκδοχή του εθίμου, οι ανύπαντρες εκείνο το βράδυ ονειρεύονταν τον μελλοντικό άντρα τους.
Την επόμενη ημέρα όλες οι κοπέλες, αμίλητες, πήγαιναν στην εξοχή για τον κλήδονα, τη μαντεψιά. Μια πρωτότοκη με νυφική καλύπτρα στο κεφάλι βάζει το χέρι της στο δοχείο και βγάζει αντικείμενα λέγοντας παράλληλα δίστιχα· κάθε δίστιχο αντιστοιχεί στην κάτοχο του αντικειμένου, και κατά κάποιο τρόπο φανερώνει το μέλλον της. Η τελετή κλείνει με γλέντι και τραγούδι ως το πρωί.
Την «προφητεία» του Κλήδονα χρησιμοποιεί ο Φίλων Κτενίδης ως βάση σε ένα ηθoγραφικό έργο με τον τίτλο Κλήδονας, που ανέβηκε πρώτη φορά το 1948 από τον Θεατρικό Όμιλο της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης.
«Τ’ Άγε Λουτρόπιτ’ Αγγενί, εξέβαν σον παρχάρ σο Κουμανίτσ’ μερέαν», λέει το ποντιακό δίστιχο.
Αν και ο μελετητής Άνθιμος Παπαδόπουλος θεωρεί ότι οι φωτιές και ο Κλήδονας ήταν έθιμο άγνωστο στον Πόντο, εντούτοις ο Γ. Κ. Χατζόπουλος αναφέρεται εκτενώς στο αμίλητο νερό στην ποντιακή λαογραφία. Σημειώνει ότι είναι έθιμο της Πρωτοχρονιάς αλλά και του Αϊ-Γιαννιού, μια μέρα γνωστή ως «ο κλήδονας, τ’ Αη-Γιάννε το κουτίν».
Την ύπαρξη του εθίμου επιβεβαιώνει βασιζόμενη σε μαρτυρίες η λαογράφος Έλσα Γαλανίδου-Μπαλφούσια στο έργο της Ποντιακή Λαογραφία (εκδ. Αρχείον Πόντου). Μία από αυτές τις μαρτυρίες, του Γ. Μέγα, αναφέρει ότι στη Σινώπη οι νοικοκυρές έπρεπε να καθαρίσουν τα σπίτια, να ξεσκονίσουν και να σφουγγαρίσουν, περιμένοντας την τύχη τους – ο Αϊ-Γιάννης πίστευαν ότι φέρνει τύχες.
Στη Ματσούκα θεωρείται ότι άναβαν την πυρά με τσίκουτα, δηλαδή με ξερόκλαδα από έλαβα που μάζευαν τα παιδιά. Το δε ξημέρωμα ανέβαιναν στον Βαζελώνα που πανηγύριζε, και από τα υψώματα έβλεπαν «πώς κλώσκεται ο ήλεν», δηλαδή πώς γυρίζει ο ήλιος.

facebook.com/pages/Ένωση-Ποντίων-Αργυρούπολης

Φωτογραφία του χρήστη Ένωση Ποντίων Αργυρούπολης.

"ΚΟΠΑΝΙΣΜΑΤΑ"

Έθιμο του γάμου, ιδίως στην περιοχή της Κερασούντας. Σύμφωνα με το έθιμο αυτό, λίγες μέρες πριν από το γάμο, στο σπίτι του γαμπρού οι συγγενείς κοπάνιζαν το στάρι που θα ήταν απαραίτητο για το γάμο. Πρόκειται για πολύ παλιό έθιμο, που έπαψε να ισχύει πολλές δεκαετίες πριν από τον ξεριζωμό. Διατηρήθηκε όμως στο Καράπερτσιν και σε άλλα χωριά της Αμισού, στα οποία όμως τα κοπανίσματα συνοδεύονταν και από τους ήχους μουσικών οργάνων.

"ΚΟΣΑΡΑ"

kosaraΗ κοσάρα του κουμπάρου. Ένα διασκεδαστικό ποντιακό γαμήλιο έθιμο που τηρείται μέχρι σήμερα σε γάμους και βαπτίσεις.

Κοσάρα είναι η κότα στην ποντιακή διάλεκτο. Το έθιμο στον Πόντο ήθελε μια βραστή κότα ολόκληρη με τα πόδια και το κεφάλι, της οποίας έβαφαν το ράμφος και τα νύχια της κόκκινα της και την έντυναν με μια παραδοσιακή Ποντιακή στολή. Από επάνω την στόλιζαν με τούλι και φυσικά της φορούσαν πέπλο και λουλούδια στο κεφάλι...

"ΚΟΥΝΟΧΑΡΟ(Γ)ΜΑΝ"

Έθιμο που επικρατούσε σε πολλά μέρη του Πόντου ως τα τέλη του 19ου αι. Κατ’ αυτό, όταν δύο φιλικές οικογένειες αποκτούσαν παιδιά —αγόρι η μια και κορίτσι η άλλη— χάραζαν στις κούνιες των βρεφών ένα σημάδι, που είχε τη θέση αρραβώνα. Από εκείνη την ημέρα οι δύο οικογένειες συμπεθέριαζαν. Ενδεικτικό σημείο του συμπεθεριού ήταν το «τεγιέν ψωμίν», δηλ. όταν ζύμωναν στο ένα σπίτι, έστελναν στο άλλο ένα καρβέλι ψωμί.

"ΚΟΥΣΚΟΥΒΑΡΑ"

Όταν τους θερινούς μήνες τους βασάνιζε η ξηρασία, οι Πόντιοι επιχειρούσαν με την ομοιοπαθητική μαγεία να προκαλέσουν τη βροχή. Έτσι έπαιρναν δυο κοριτσάκια τα έντυναν με κουρελιασμένα ρούχα και τα περιφέρανε από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας το δίστιχο τραγούδι:
—Κουσκουβάρα νε ιστέρ;
—Αλλαχτάν γιαμούρ ιστέρ!
(—Τι θέλει η κουσκουβάρα;
—Θέλει βροχή από το Θεό).
Σε κάθε σπίτι η νοικοκυρά έριχνε πάνω στα κοριτσάκια συμβολικό λίγο νερό, ενώ παράλληλα τα φιλοδωρούσε με αβγά ή και χρήματα.
Άλλες φορές έκαναν μια κούκλα (=σκιάχτρο) από πανιά, κουρέλια και παλιά ρούχα, την οποία περιέφεραν τα παιδιά από σπίτι σε σπίτι.

"ΚΟΥΣΚΟΥΝΤΕΡΑ (ΚΟΥΣΚΟΥΤΕΡΑ)"

Μεγάλη σκούπα από ένα είδος αγκαθωτού θάμνου, ντυμένη με ένα μακρύ, μαύρο, τσόχινο χιτώνα όπου κρέμονταν τα μανίκια του, ζωσμένη με μια κόκκινη ζώνη στη μέση της. Πίστευαν πως με την περιφορά του σκιάχτρου της κουσκουντέρας μπορούν να προκαλέσουν βροχόπτωση, γι’ αυτό την περιέφεραν στα σπίτια, σε περίοδο ανομβρίας, τα παιδιά του χωριού ψάλλοντας στην εξώπορτα κάθε σπιτιού το παρακάτω τραγούδι στην τουρκική γλώσσα:
«Λαϊστέρα, κουσκουντέρα αλλαχτάν γιαγμούρ ιστέρα, βερ αλλάχ, βερ αλλάχ ζεγκινούν παχτσιασινέ, φουκαρενούν ταρλασινά» (Κουνίστρα, κουσκουντέρα απ’ το Θεό βροχή ζητάει. Δώσε Θεέ, δώσε Θεέ στου πλούσιου τον κήπο και στου φτωχού το χωράφι. Κάθε οικοδέσποινα έχυνε πάνω στην κουσκουντέρα αρκετό νερό και έδινε και κάποιο φιλοδώρημα.

"ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ"

baionΣτον Πόντο αλλά και στα μέρη που εγκαταστάθηκαν οι Πόντιοι, μέχρι και την δεκαετία του ’60, την Κυριακή των Βαΐων τα παιδιά περιφέρονταν στα σπίτια και έψελναν τα παρακάτω:

Βάϊ βάϊ το βαγιό τρώγω ψάρι και κολιό

και την άλλεν Κερεκήν τρώγω κόκκινον ωβόν...

"ΛΑΜΠΡΟΗΜΕΡΑ"

Οι τρεις μέρες της Λαμπρής. Στον Πόντο το τριήμερο της Λαμπρής γιορταζόταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα με χαρές, χορούς και τραγούδια. Σ’ όλα τα σπίτια το τραπέζι ήταν στρωμένο με Πασχαλινά φαγώσιμα και ιδιαίτερα με κόκκινα αβγά και λαμπροκουλούρες. Οι άντρες, απαρτίζοντας μικρούς ομίλους με το λυράρη να παίζει κι αυτοί προπορευόμενοι να χορεύουν, περιέρχονταν όλα τα σπίτια για τον καθιερωμένα χαιρετισμό, για το «Χριστός ανέστη. Τότε ήταν η ευκαιρία να συμφιλιωθούν σι μαλωμένοι, όσοι ακόμη δεν είχαν συμφιλιωθεί τις προηγούμενες ημέρες για την πασχαλινή μετάληψη. Αλλά τα λαμπροήμερα ήταν κυρίως το πανηγύρι του αβγού. Από την αρχή της Σαρακοστής οι μανιώδεις, οι άντρες κυρίως, διάλεγαν και φύλαγαν τα γερά αβγά για να τσουγκρίσουν, όχι μόνο στο χωριό, αλλά και στα γειτονικά χωριό. Εκτός από τα φυσιολογικά γερά αβγά, έκαναν και τεχνητά, τα τζιχτζιρίνα. Με τα σπασμένα αβγά έπαιζαν μικροί και μεγάλοι, άντρες και γυναίκες, το λεγόμενο «κύλημαν τ’ ωβού» σε κάθε κατωφέρεια.

"ΛΥΚΟΧΑΝΤΖΟΥ"

Έθιμο κατά το οποίο πιστευόταν πως ένα δαιμόνιο που είχε μορφή λύκου ή σκύλου και επισκεπτόταν τα σπίτια τη Σαρακοστή, μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου, για να τα βλάψει. Για να προφυλαχθούν από το κακό αυτό, οι ένοικοι άφηναν στην πόρτα ένα άχρηστο αντικείμενο, κατά κανόνα τσαρούχι, ώστε να το πάρει η λυκοχαντζού και να μην τους πειράξει.

"ΜΑΧ"

Στον Πόντο και κυρίως στον ανατολικό θεωρούνταν ασέβεια το να μιλά η νύφη στον πεθερό και στην πεθερά. Σε πολλές δε περιπτώσεις δεν επιτρεπόταν ούτε να αντικρίσει τον πεθερό κυρίως. Χαρακτηριστική είναι η φράση: Η νύφε κρατεί μάχ. Υπήρχε περίπτωση μετά από πολλά χρόνια – και αφού είχε αποκτήσει δυο τρία παιδιά, – στην πρώτη μόνο νύφη, να της επιτραπεί να μιλήσει στα πεθερικά της.

"ΜΝΗΜΟΚΕΡΕ"

Ένα άλλο εξαιρετικά σημαντικό έθιμο των Φώτων ήταν το μνημόσυνο των νεκρών που γινόταν την Παραμονή της γιορτής των Θεοφανίων. Κάθε σπίτι άναβαν τόσα κεριά, όσα ήταν τα μέλη της οικογένειας που είχαν εκδημήσει, και ένα για εκείνον το ξένο που δεν είχε κανέναν σ’ αυτόν τον κόσμο. Ενώ το τετράστιχο
 
Τα Φώτα θέλω το κερί μ’
και Των Ψυχών κοκκία
και την Μεγάλ’ Παρασκευήν
έναν μαντήλιν δάκρυα!...

"ΜΩΜΟ΄ΕΡΙΑ (ΚΟΤΣΑΜΑΝΙΑ)"

Μώμος είναι στην Αρχαιότητα ο Θεός του γέλιου και της σάτυρας , η προσωποποίηση της μομφής και της κατηγορίας. Μώμος είναι αυτός που ψάχνει να βρει κουσούρι, άλλωστε είναι γνωστή η λέξη άμωμος, που σημαίνει ο χωρίς κουσούρια, ο τέλειος. Προέρχεται από το ομηρικό ρήμα ΜΩ, που σημαίνει ψάχνω να βρω (κουσούρι)...

"ΝΥΦΕΙΟΝ"

Η νυφική παστάδα, το δωμάτιο, όπου έμπαινε η νύφη μετά τη στέψη και την υποδοχή της στο σπίτι του γαμπρού.
Ο χώρος του νυφείου διαμορφωνόταν ως εξής: Μπροστά από μια γωνιά του δωματίου κρεμούσαν ένα ύφασμα σαν κουρτίνα. Έτσι δημιουργούσαν στη γωνιά εκείνη έναν ιδιαίτερο χώρο, το «νυφείον». Χωρούσαν εκεί μόλις τρία τέσσερα άτομα...

"Ο ΚΟΥΚΑΡΑΣ"

koukarasΤον κουκαρά κατασκεύαζαν οι γυναίκες κρυφά από τα παιδιά τους. Αυτός αποτελούνταν από ένα μεγάλο κρεμμύδι πάνω στο οποίο κάρφωναν σε ημικύκλιο εφτά φτερά από κότα ή κόκορα (όσες οι εβδομάδες της νηστείας). Χωρίς να γίνουν αντιληπτές από τα παιδιά τον κρεμούσαν από το ταβάνι. Το κρέμασμα γινόταν..

"ΟΨΙΚ(ΙΝ)"

Η συνοδεία που παίρνει τη νύφη από το σπίτι των γονιών της και την οδηγεί στην εκκλησία. Λέγεται ακόμη και ψίκι. Η λέξη αναφέρεται και στο γνωστό δημώδες άσμα:

Το πέραν κα κατήβαιναν
τοι’ Κωνσταντή τα ψίκα•
είχεν σεράντα φλάμπουρα,
πενήντα παιγνιτόρα.
—Σταθή-, σταθήτεν, φλάμπουρα,
για σώστεν, παιγνιτόρα...

"ΠΑΙΔΟΣΤΡΌΦΑ"

Το γλέντι που γινόταν στο σπίτι του κουμπάρου τη δεύτερη μέρα του γάμου, στο οποίο έπαιρναν μέρος οι γονείς και οι φίλοι των νιόπαντρων. Γενικά προσκαλεσμένοι σ’ αυτό ήταν όλοι όσοι είχαν πάρει μέρος στο θήμιγμαν. Στην Άγουρσα τα παιδοστρόφα γίνονταν το επόμενο Σάββατο από το γάμο, ενώ στη Λιβερά τη Δευτέρα το βράδυ, μετά το γάμο.

"ΠΑΚΛΑ ΧΑΡΑΝ"

Το γλέντι που γινόταν στην Αμισό, την Καθαρά Δευτέρα. Την ημέρα αυτή όλοι έβγαιναν στην ύπαιθρο με τα σαρακοστιανά φαγητά. Στην εξοχή μάζευαν και σαλιγκάρια και τα έβραζαν. Την ίδια μέρα η νοικοκυρά κρεμούσε στο κελάρι της τον κουκαρά, ένα κρεμμύδι με φτερά κότας, όσες και οι εβδομάδες της νηστείας. Με κάθε εβδομάδα που περνούσε έβγαζαν και ένα φτερό και έτσι ήξεραν πόσες εβδομάδες νηστείας μεσολαβούσαν ως το Πάσχα.

"ΠΑΡΑΜΟΝΑ"

Λέξη με πολλαπλή σημασία. Καταρχήν, παραμόνα ήταν οι επόμενες μετά τον τοκετό μέρες παραμονής της λεχώνας στο σπίτι της, μέρες που η κατάστασή της απαιτούσε ιδιαίτερες φροντίδες και ευκολίες στις σπιτικές δουλειές, για να αναρρώσει χωρίς επιλόχειους πυρετούς και άλλα προβλήματα. Οι μέρες αυτές έφταναν ως τη βάπτιση του νεογέννητου, που κάποτε γινόταν οκτώ ή δέκα-δεκαπέντε μέρες μετά τον τοκετό. Στο διάστημα αυτό γίνονταν οι συγχαρητήριες επισκέψεις στη λεχώνα από τις συγγένισσες, γειτόνισσες, φίλες, συγχωριανές. Προσέρχονταν οι γυναίκες με εκλεκτά φαγητό, όπως «μακαρίνα», «φούστορον» (ομελέτα), «σιτλίν» (ρυζόγαλο), χαλβά και προπαντός γαλακτοκομικά. Τα έφερναν μέσα σε καθαρά σκεύη, τοποθετημένα πάνω σε δίσκο, σκεπασμένα μάλιστα με κάτασπρη πετσέτα. Στις φτωχές οικογένειες και τις στερημένες πρόσφεραν όλες οι γυναίκες του χωριού γάλα, για να έχει η λεχώνα βούτυρο, μυζήθρα κτλ...

"ΣΤΡΑΤΟΔΕΣΙΜΟΝ"

Έθιμο κατά το οποίο κλείνεται ο δρόμος απ’ όπου θα περνούσε ο γαμπρός με σχοινί τεντωμένο ή με ένα λεπτό δοκάρι. Οι δράστες ήταν φίλοι του γαμπρού ή παιδιά. Ελευθέρωναν το πέρασμά του, μόνο όταν ο γαμπρός τούς έδινε φιλοδώρημα.

"ΤΑ ΕΦΤΑ"

Λεγόταν επίσης και λαλέματα ή συμπεθέρια. Ήταν η επίσκεψη που έκανε ο γαμπρός στα πεθερικά του εφτά (σπάνια δεκαπέντε) μέρες από την Κυριακή του γάμου. Η επίσκεψη αυτή λεγόταν επίσης και αντίχαρα. Μαζί με τους νιόπαντρους πήγαιναν στα πατρικό σπίτι της νύφης και άλλοι συγγενείς του γαμπρού, γύρω στα 8-15 άτομα, στα οποία παρέθεταν τραπέζι.
Η επιστροφή αυτή της νύφης στο πατρικό της σπίτι εκφραζόταν με τη φράση «η νύφε εκλώστεν σ’ εφτά» (στις 7 μέρες γύρισε). Το γαμήλιο τούτο έθιμο συμβόλιζε και τόνιζε την ανάγκη για διατήρηση των στενών συγγενικών δεσμών ανάμεσα στις οικογένειες που συμπεθέριαζαν.

"ΤΑ ΠΙΖΗΛΑ"

pizila-i-kalikantzaroi-ta-ksotika-ton-xristougennon-ston-pontoΌπως σε όλα τα μέρη της Ελλάδας έτσι και στον Πόντο πίστευαν, ότι το δωδεκαήμερο (Από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα) βγαίνουν τα πίζηλα (οι καλικάντζαροι) και ενοχλούν τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα ενοχλούσαν τα παιδιά και ιδίως τα αβάπτιστα, τις λεχώνες, τις νεόνυμφες και γενικά αδύναμα άτομα. Προκαλούσαν ζημιές στα πράγματα του σπιτιού, στα ζώα...

"ΤΑ ΤΡΙΤΑ"

Η τρίτη μέρα από το θάνατο ανθρώπου, κατά την οποία, όπως και στην ελληνική αρχαιότητα, τελούσαν μνημόσυνο οι συγγενείς του. Από νωρίς συγγενείς, αλλά και φιλικά άτομα, συγκεντρώνονταν στο σπίτι του νεκρού. Εκεί ετοίμαζαν τα κόλλυβα μέσα σε δίσκο...

ΤΙΤΙΝΤΣΗΔΕΣ (ΚΑΠΝΑΝΤ΄)

Ιδιότυπος πρωτοχρονιάτικος καρνάβαλος της περιοχής Ματσούκας. Οι Καπνάντ’ σχημάτιζαν όμιλο δέκα ως δεκαπέντε ανδρών, που ντύνονταν με παλιά και παράξενα ρούχα, μουντζούρωναν το πρόσωπό τους με καπνιά (μανέα) και κρατούσαν παλιά όπλα. Στη μέση τους φορούσαν ζώνη από ύφασμα, με ψεύτικα φυσίγγια (φτιαγμένα συνήθως από ρόκες καλαμποκιού). Επίσης κουβαλούσαν στην πλάτη τους ένα σάκο γεμάτο άχυρο και προσπαθούσαν να τον πουλήσουν σαν να ήταν καπνός, ενώ ο κόσμος που συγκεντρωνόταν γύρω τους επιχειρούσε να βάλει φωτιά στους σάκους...

"ΤΟ ΚΑΛΑΝΤΟΝΕΡΟΝ"

 kalantoneronΛίγο πριν από τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς, γυναίκες με διάφορα δώρα στα χέρια (τσουρέκια, γλυκίσματα, φρούτα, αλάτι) επισκέπτονταν τη βρύση «πεγάδ’» του χωριού και τα αναπόθεταν λέγοντας την ευχή: «Κάλαντα και καλός καιρός πάντα και του χρόνου». Τότε ακριβώς έπαιρναν το καλαντόνερον...

"ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΤΟ ΦΑΪΝ"

Έδεσμα με υλικά κρέας, ρεβίθια, κρεμμύδι, σκόρδο, πιπέρι μαύρο, σάλτσα, λάδι. Το κρέας βράζει για λίγο και μετά προστίθενται και τα ρεβίθια. Στη συνέχεια προστίθεται το κρεμμύδι, το σκόρδα, το πιπέρι, η σάλτσα και το λάδι και βράζουν όλα μαζί. Το παρασκεύασμα αυτό είναι ιδιαίτερα μεγάλης βιολογικής αξίας καθόσον συνδυάζει τις ζωικές πρωτεΐνες του κρέατος με τις φυτικές των οσπρίων, γεγονός που καθιστά το φαγητό αυτό δύσπεπτο.
Στον Πόντο τα ρεβίθια με το κρέας συνοδεύονται με πιλάφι από ρύζι είτε χωριστά είτε αναμιγμένα. Έτσι, αραιώνεται η μεγάλη ποσότητα των πρωτεϊνών και το έδεσμα γίνεται πλέον περισσότερο εύπεπτο. Μάλιστα, ρεβίθια με κρέας σε συνδυασμό με πιλάφι από ρύζι προσφερόταν σε όλους τους καλεσμένους στους γάμους (γαμοφόρους) όταν οι ανάγκες για σωματική στήριξη ήταν αυξημένες. Για το λόγω αυτό ήταν γνωστό και ως «του γάμου το φαΐν».

"ΤΟΥ ΘΩΜΑ ΣΑ ΤΑΦΙΑ"

sa tafiaΤου Θωμά σα Ταφία. Την Κυριακή του Θωμά οι  Έλληνες του Πόντου τιμούσαν τους νεκρούς τους, με ένα ιδιαίτερο έθιμο που έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα.

Πίστευαν ότι ο ψυχές των νεκρών ανεβαίνουν από τον Άδη την ημέρα της Ανάστασης για να παραμείνουν ως την ημέρα του Αγίου Πνεύματος. Έτσι την Κυριακή του Θωμά...