ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

Τα μουσικά όργανα που χρησιμοποιούνται είναι έγχορδα όπως η λύρα (κεμεντζέ), πνευστά όπως η φλογέρα (γαβάλ) και κρουστά όπως το νταούλι. Είναι όργανα που τα κατασκευάζουν ειδικοί λαϊκοί τεχνίτες. Η λύρα είναι ο αποκλειστικός συνοδός του ποντιακού τραγουδιού. Σπάνια χρησιμοποιούνται και άλλα όργανα όπως το κλαρίνο και το βιολί.

liraΠΟΝΤΙΑΚΗ ΛΥΡΑ Η Ποντιακή λύρα είναι το κατ΄ εξοχήν μουσικό λαϊκό όργανο των Ελλήνων του Πόντου. Το μήκος του κυμαίνεται από 55 μέχρι 60 εκατοστά. Η Ποντιακή λύρα διακρίνεται σε:  κυρίως σώμα  εξαρτήματα  τόξο. Το Τόξο ή "τοξάρ" ή "δοξάρι", μακρύ ξύλινο όργανο μήκους περίπου 60 εκατοστών, είναι ξεχωριστό εργαλείο και απαραίτητο για τη χρήση του οργάνου. Αναρίθμητο είναι το πλήθος των λυράρηδων του Πόντου, ωστόσο ελάχιστοι διατηρήθηκαν στη μνήμη του ποντιακού λαού, όπως ο Αντώντς από την Κρώμνη, ο Κωφόγλης από τη Ματσούκα, ο Σαμάλογλης από τα Μεσαρέας κ.ά.

 

 

aggeionΑγγείον ή τουλούμ’ ή τουλούμ ζουρνά(τσαμπούνα ή γκάιντα) Eίναι το κατεξοχήν μουσικό όργανο για ανοιχτούς χώρους και μετά την κεμεντζέ ήταν το πιο διαδεδομένο και το πιο αγαπητό όργανο. Το όργανο αυτό αποτελείται από τα εξής μέρη:  Το παστ΄ (δέρμα ζώου, ασκί)  Τη στομωτήρα ή φυσερόν (επιστόμιο)  Το αγγόξυλον ή νάβ Το όργανο αυτό το κατασκεύαζε συνήθως ο ίδιος ο οργανοπαίχτης – και απαιτούσε ιδιαίτερες γνώσεις και μεγάλη υπομονή. Το καταλληλότερο δέρμα για την κατασκευή του ήταν της κατσίκας, σπανίως χρησιμοποιούσαν του προβάτου. Το αγγείον παίζεται με το πόστ` κρατημένο από την μασχάλη και ο οργανοπαίχτης που λέγεται τουλουμτζής παίρνει αναπνοή με το διάφραγμα και όχι με το στήθος, γι αυτό και μπορεί να φυσάει πολλές ώρες χωρίς να κουράζεται.

 

ZournasΗ ζουρνά ή ο ζουρνάς Λόγω της μεγάλης ηχητικής έντασης ακουγόταν σε μεγάλη απόσταση και έδινε τη δυνατότητα να χορεύουν πάρα πολλά άτομα ακούγοντάς το, κάτι που δεν μπορούσε να συμβεί με τον κεμεντζέ(λύρα). Το όργανο αυτό παρουσίαζε ένα μειονέκτημα. Λόγω της ιδιομορφίας του ήχου ήταν πολύ δύσκολο το τραγούδι,γι αυτό τα άτομα που μπορούσαν να τραγουδήσουν συνοδεία με ζουρνά ήταν πολύ περιορισμένα. Καλός ζουρνατζής ήταν εκείνος που δεν σταματούσε καθόλου το σκοπό για να πάρει αναπνοή. Το μέγεθος του οργάνου αυτού διαφέρει από περιοχή σε περιοχή. Κατασκευαστής του οργάνου ήταν συνήθως ο ίδιος ο οργανοπαίχτης. Το όργανο αποτελείται από τα εξής μέρη: 1.κυρίως ζουρνά (σωλήνας). 2.Ο κλέφτες (κλέφτης). 3.Ο λουλάς. 4. Το τσιμπόν (τσαμπούνα). 5.Το σπαρέλ΄(φούρλα).

 

 

flogeraΦλογέρα ή γαβάλ Η φλογέρα είναι ένα όργανο τύπου φλάουτου: ένας μακρόστενος κοίλος κύλινδρος, ανοιχτός και στα δυο του άκρα φτιαγμένος από διάφορα υλικά: καλάμι, ξύλο, μπρούντζο, ή σίδερο, κόκαλο και στα μεταπολεμικά χρόνια από πλαστική ύλη. Φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη, από 15 έως 20εκ. Η φλογέρα κρατιέται λίγο λοξά, προς τα δεξιά, έτσι όταν ο φλογεροπαίχτης φυσάει, ο αέρας να χτυπάει στην απέναντι οξεία κόχη του χείλους της φλογέρας και να δημιουργεί τον ήχο. Κρατιέται προς τα δεξιά, όταν ο παίχτης είναι δεξιόχειρας, με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού στο κάτω μέρος της φλογέρας και τα ίδια δάχτυλα του αριστερού χεριού, επάνω, προς την μεριά του στόματος. Το αντίθετο γίνεται όταν ο παίχτης είναι αριστερόχειρας.

 

 

ntaoulΤαούλ` (νταούλι) Το νταούλι – ένας ξύλινος κύλινδρος, σκεπασμένος στις δύο παράλληλες βάσεις του με δέρμα, τεντωμένο με σκοινί – είναι ένα ρυθμικό, κυρίως, όργανο, που παίζεται με δύο ειδικά φτιαγμένα νταουλόξυλα. Φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη. Το μέγεθος του νταουλιού το καθορίζουν δύο κυρίως παράγοντες: η παράδοση, που ποικίλει από περιοχή σε περιοχή και ο νταουλιέρης, που «φτιάχνει το νταούλι στα μέτρα του», ανάλογα με το μπόι και το πάχος του, τα μακριά ή κοντά χέρια του κλπ. Το νταούλι παίζεται με δύο ξύλα – ένα στο κάθε χέρι – τα νταουλόξυλα ή ταμπουνόξυλα ή νταουλόβεργες. Το ξύλο του αριστερού χεριού, ή βέργα ή βίτσα, είναι πολύ λεπτό και ελαφρύ, ενώ του δεξιού είναι κοντύτερο και βαρύτερο, και φτιάχνεται σε διάφορα σχήματα και διαστάσεις. Ο νταουλιέρης,ο οποίος είναι συνήθως και ο κατασκευαστής του οργάνου, παίζει όρθιος, με το νταούλι του κρεμασμένο απ' τον αριστερό ώμο, προσέχοντας να έχει δεξιά του τη δερμάτινη επιφάνεια που δίνει το βαρύτερο ήχο, στην οποία χτυπά το χοντρό ξύλο.