Γενικά

Οι Σαρακατσάνοι τραγουδούσαν τα τραγούδια τους, μόνο ‘’με το στόμα’’, χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων. Τα όργανα και οι ορχήστρες μπήκαν στη Σαρακατσάνικη μουσική παράδοση, τα νεότερα χρόνια για καθαρά πρακτικούς λόγους και υπό την επίδραση του ραδιοφώνου και του γραμμοφώνου. Τα Σαρακατσάνικα τραγούδια ήταν αντιφωνικά. Δηλαδή, έλεγε η μία παρέα τον ένα στίχο, σταματούσε, τραγουδούσε η δεύτερη παρέα τον ίδιο στίχο και συνέχιζαν το τραγούδι οι πρώτοι. Σε κάποια γλέντια τους συνόδευαν οι ήχοι της τζαμάρας και του ταψιού. Τα τραγούδια αυτά, δεν χορεύονταν. Η τζαμάρα ήταν το μόνο Σαρακατσάνικο μουσικό όργανο, ένα είδος φλογέρας, με τρία μέρη που βγάζει ένα βραχνό παραπονιάρικο ήχο, πολύ διαφορετικό από τον οξύ της φλογέρας
Στα τραγούδια με το ‘’ταψί’’ οι δύο παρέες τραγουδούσαν αντιφωνικά, ενώ κάποια μεγάλη σε ηλικία συνήθως Σαρακατσάνα, ‘’γύρναγε’’, δηλαδή στριφογύριζε επιδέξια το ταψί σε κατακόρυφο άξονα, με το χέρι της, στο οποίο φορούσε πολλά δαχτυλίδια. Αυτά κροτάλιζαν πάνω στο ταψί παράγοντας ένα μοναδικής αρμονίας, μεταλλικό ήχο.

Όταν χόρευαν οι Σαρακατσάνοι, πάλι τραγουδούσαν ‘’με το στόμα’’. Τα τραγούδια τους άγγιζαν όλα τα θέματα. Της ξενιτιάς (αφού έφευγε κάποιο προσφιλές πρόσωπο στα ξένα) του γάμου, νυφιάτικα, της αγάπης, περιγελαστικά – σκωπτικά, αλλά και μοιρολόγια (Υπήρχαν άλλωστε και ‘’ειδικές’’ μοιρολογίστρες). Τις θεματικές ενότητες των Σαρακατσάνικων τραγουδιών, μπορεί να δει κανείς και στα βιβλία με τα Σαρακατσάνικα τραγούδια, που κυκλοφορούν τελευταία.

http://www.sarakatsanos.net

Άσπρη βαμβακιά

Άσπρη βαμβακιά, άσπρη βαμβακιά
άσπρη βαμβακιά είχα στην πόρτα μου

Άσπρη βαμβακιά είχα στην πόρτα μου
μου την πήρανε την Παναγιώτα μου

Μου την πήρανε, μου την εκλέψανε
σ’ άλλη γειτονιά μου την παντρέψανε

Μου την πήρανε με τα λουλούδια της
μ’ άφησαν και 'μένα τα τραγούδια της

Γιατί είναι μαύρα τα βουνά

Γιατί είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;       
Μην άνεμος τα πολεμά, μήνα βροχή τα δέρνει;
Κι ουδ’ άνεμος τα πολεμά, κι ουδέ βροχή τα δέρνει,
μόνε διαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμένους.

Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέροντες κατόπι,
τα τρυφερά παιδόπουλα στη σέλα αραδιασμένα.
Παρακαλούν οι γέροντες, κι οι νέοι γονατίζουν,
και τα μικρά παιδόπουλα τα χέρια σταυρωμένα:

Χάρε μου, διάβ’ από χωριό, κάτσε σε κρύα βρύση,
να πιουν οι γέροντες νερό κι οι νιοι να λιθαρίσουν,
και τα μικρά παιδόπουλα λουλούδια να μαζώξουν.

Ανεί διαβώ ναπό χωριό, αν από κρύα βρύση,
έρχονται οι μάνες για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους,
γνωρίζονται τ’ αντρόγυνα και χωρισμό δεν έχουν.

Δυό μαύρα μάτια αγαπώ

Δυο μαύρα μά δυο μαύρα μάτια αγαπώ
Σε ποιονε Χρύ σε ποιονε Χρύσω μ’να το πω
Μια βλαχοπου μια βλαχοπούλα αγαπώ
Πούχει του βουνού τη χάρη και τη λάμψη απ’το φεγγάρι
Δυο μαύρα μά δυο μαύρα μάτια αγαπώ
Σταμάτα ή σταμάτα ήλιε μ’ να στο πω
Ήλιε μια κό ήλιε μια κόρη λαχταρώ
Με δυο χείλη φλογισμένα πιο θερμά και από σένα
Δυο μαύρα μά δυο μαύρα μάτια αγαπώ
Το έμαθε όλο το χωριό
Κι απ την πλατει κ ι απ’την πλατεία σαν περνώ
Οι λεβέντες με καμάρι λένε μπράβο παλληκάρι.

Κάτω στα δασιά πλατάνια

Κάτω στα δασιά πλατάνια κάτω στα δασιά πλατάνια
Στην κρυόβρυση Διαμαντούλα μ’στην κρυόβρυση
Κάθονταν δυο πα να λικάρια κάθονταν δυο πα να λικάρια
Και μια λυγερή Διαμαντούλα και μια λυγερή
Κάθονταν και τρώγαν και πήγαν και κουβέντιαζαν
Διαμαντούλα μ’και κουβέντιαζαν

Κάτω στα πέντε μάρμαρα

Κάτω στα πέντε μάρμαρα μαργαριταρένια μου
Γιέ μου στις δεκαπέντε βρύσις κόρη να μας χαιρετήσεις
Μια λυγερή κοιμόντανι μαργαριταρένια μου
Γιέ μου βαριά ήταν υπνωμένη κόρη μικροπαντρεμένη
Κι η μάνα της της έλεγε μαργαριταρένια μου
Γιέ μου κι η θειά της τη διατάζει κόρη μικροπαντρεμένη
Για ξύπνα ξύπνα λυγερή μαργαριταρένια μου
Γιέ μου και μη βαριοκοιμάσι κόρη να μας χαιρετήσεις
Οι συμπιθέροι έρχουντι μαργαριταρένια μου
Γιέ μου έρχουντι να σι πάρουν κόρη μικροπαντρεμένη

Μιά πέρδικα παινεύτηκε

Μια πέρδικα παινεύτηκε σ’ ανατολή και δύση,       
πως δεν τη βρίσκει κυνηγός να την εκυνηγήσει
κι ο κυνηγός που τ’ άκουσε πολύ του κακοφάνη,
παίρνει τα ζαγαράκια του να πάει να κυνηγήσει
την περδικούλα για να βρει και να την εσκοτώσει.


ΑΛΛΕΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ

Μια πέρδικα παινεύτηκε
σ’ ανατολή και δύση
πως δεν ευρέθη κυνηγός
για να την τουφεκίσει.

Κι ο κυνηγός σαν τ’ άκουσε
πολύ του βαρυοφάνη
στήνει τα βρόχια στα βουνά,
τα ξώβεργα στις βρύσες.


Μια πέρδικα καυχήθηκε σ’ ανατολή και δύση
πως δεν ευρέθη κυνηγός, να την εκυνηγήσει.
Στήνει τα δίχτυα στα βουνά, τα ξώβεργα στη δύση,
το δίχτυ το μεταξωτό μες στου πασά τη βρύση.
Πάει η πέρδικα να πιει νερό και πιάνεται απ’ τη μύτη.

Αλαφροπιάσ’ με κυνηγέ, κάνε μου αυτή τη χάρη.
Και με το αλαφρόπιασμα η πέρδικα πετάει.
Κρίμα σ’ εσένα, κυνηγέ, που μου `κανες τη χάρη
κι άφησες τέτοια πέρδικα άλλος να την επάρει.

Νταβέλης

Μας πήρ' η μέρα κι η αυγή,
Χρήστο Νταβέλ', αρχιληστή,
έρι γιόμα και μεσημέρι,
καπετάν Χρηστό Νταβέλη.
Σια πού θα λημεριάσονμε;
Νταβέλη, θα μας πιάσουνε

Γιέ μου, να κάνουμε λημέρι,
καπιτάνι Χρήστο Νταβέλη.
Γεια σου, Λία μ’ και Νταβέλη,
πού θα μας φέρουν το ψωμί,
Χρήστο Νταβέλ', αρχιληστή,
γιε μου, κι ο βλάχος το κριάρι,
Κακαράπη και Νταβέλη.

Παλιά μου χρόνια και καιροί

Παλιά μου χρόνια και καιροί                   
χρόνια μου περασμένα
δε θα ξαναγυρίσετε
σε μένα τον μπεκιάρη.

Να πάρω το ντουφέκι μου
και τ’ αλαφρό σπαθί μου,
να πάρω δίπλα τα βουνά
δίπλα τα κορφοβούνια,
να βρω λημέρια κλέφτικα
παλιά χορταριασμένα.

Σαρακατσάνικο φλουρί

Σαρακατσάνικο φλουρί,
πού να σε ’ξαργυρώσω;
Στη Δύση, στην Ανατολή,
θα πάω να σε δώσω.

Μωρέ, στη Δύση, στην Ανατολή,
θα πάω να σε δώσω,
και θα ’ρθω το Μαγιάπριλο,
για να σε στεφανώσω.

Σαρακατσάνικο φλουρί,
με τα χρυσά στολίδια,
σου στέλνω την καρδούλα μου
και βέρες, δαχτυλίδια.

Μωρέ, σου στέλνω την καρδούλα μου
και βέρες, δαχτυλίδια
και τα προικιά σου, μάτια μου,
με τα χρυσά κεντίδια.

Σαρακατσάνικο φλουρί,
καράβι θ’ αρματώσω,
για ’σένα, ηλιογέννημα,
την εκκλησιά θα ζωσω.

μωρ’ για σένα, ηλιογέννημα,
την εκκλησιά θα ζωσω
και θα καλέσω τον ντουνιά,
καρδούλες να ενώσω.

Σιγαλά βρέχει ο ουρανός

Σιγαλά κι αμάν αμάν σιγαλά βρέχει ο ουρανός
Σιγαλά βρέχει ο ουρανός σιγανός ψιχαλισμός
Σιγαλά κι αμάν αμάν σιγαλά πάω κι εγώ
Σιγαλά πάω κι εγώ την αγάπη μου να ιδώ
Και τη βρι κι αμάν αμάν και τη βρίσκω λυπημένη
Και τη βρίσκω λυπημένη και βαριά βαλαντωμένη
Τι έχεις κό κι αμάν αμάν τι έχεις κόρη μου και κλαις
Τι έχεις κόρη μου και κλαις και μένα νε δε μου το λες
Με μάλωσε κι αμάν αμάν με μάλωσε η μάνα μου
Με μάλωσε η μάνα μου και μ’εδειρε ο πατέρας μου.

Στην πόρτα σ΄και στ΄αλώνι σου

Στην πόρτα σ’και μωρέ Λένη μου
Στην πόρτα σ’και στ’αλώνι σου
Στην πόρτα σ’και στ’αλώνι σου κι όξω στο περιβόλι σου
Διπλός χορός μωρέ Λένη μου διπλός χορός που γένητη
Διπλός χορός που γένητη κι κουρνιαχτός δε φαίνιτι.
Νάχα νερά μωρέ Λένη μου νάχα νεράντζι νάριχνα
Νάχα νεράντζι νάριχνα να ξεδιπλώσω το χορό
Να ξεδιπλώσω το χορό να ιδώ την κόρη π’αγαπώ.

Τα μάγια στο πηγάδι

Ποια ήταν αυτή που μου’ριξε μωρέ τα μάγια στο πηγάδι
Και μάγεψε τον άντρα μου μωρέ και θέλει να μ’αφήσει
Σαν θέλεις άντρα μ’άφση μι μωρέ σαν θέλεις άντρα μ’φεύγα
Στις δυο στις τρεις θα λούζομαι μωρέ στις τέσσερις θα αλλάζω
Και ως τις δεκατέσσερις μωρέ άλλον άντρα θα πάρω
Θα χτίσω το σπιτάκι μου μωρέ αντίκρυ στο δικό σου
Να μπαίνω βγαίνω άντρα μου μωρέ να σκας απ’το κακό σου

Τι να τον κάνω κοντούλα μ΄το Θεό

Τι να τον κάνω κοντούλα μ’το Θεό
Τι να τον κάνω το Θεό που δεν καταλαβαίνει που δεν καταλαβαίνει
Και σού δωσε λεϊ κοντή μ’την ομορφιά
Και σούδωσε την ομορφιά κι όλη τη νοστιμάδα κι όλη τη νοστιμάδα
Σαν μπαινοβγαίνεις κοντούλα μ’στο χορό
Σαν μπαινοβγαίνεις στο χορό τηράς τα παλληκάρια κοιτάς τα παλληκάρια
Τα παλληκάρια κοντούλα μ’ που τηράς θέλουν καλές γυναίκες
Θέλουν καλές γυναίκες.
Κι εσύ είσαι μαύρη κοντούλα μ’κι άσκημη και συ ’σαι μαύρη κι άσχημη
Και κάνας δε σι θέλει κι κάνας δε σι θέλει.